Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Οικονομία και Δημόσια Οικονομική’ Category

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα: Ποιες και Γιατί κατά την παρούσα οικονομική κρίση

4 Μαρτίου, 2009 | Πέτσας Στυλιανός |
Οι απόψεις που εκφράζονται εδώ είναι αποκλειστικά και μόνο του συγγραφέα

imagescrisis1Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αναλαμβάνονται από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, αποσκοπούν να καταστήσουν περισσότερο ευέλικτες τις αγορές εργασίας και προϊόντων, να ενισχύσουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών και τη μακροχρόνια δυνητική ανάπτυξη. Από την εμπειρία των περασμένων δεκαετιών προκύπτει ότι η εμφάνιση σοβαρών κρίσεων συνδέεται με υλοποίηση μεγάλων σε έκταση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νέα Ζηλανδία, την Ολλανδία, τη Σουηδία ή τη Φινλανδία από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, όπου η ισχνή ανάπτυξη και η υψηλή ανεργία αποτέλεσαν τη βάση για ανάληψη βαθιών τομών στις αγορές εργασίας και προϊόντων καθώς και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ώθηση στις μεταρρυθμίσεις σε περιόδους κρίσεων μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι κρίσεις αποκαλύπτουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, οι οποίες συγκαλύπτονταν κατά τη διάρκεια της ανοδικής φάσης του οικονομικού κύκλου, αυξάνουν την πολιτική πίεση στις κυβερνήσεις ώστε να δράσουν άμεσα και μειώνουν την αντίσταση στην αλλαγή. Στο πλαίσιο αυτό, η χώρα μας γίνεται δέκτης συστάσεων (π.χ. πλέον πρόσφατα το Φεβρουάριο 2009 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και από την Τράπεζα της Ελλάδος) για επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε τομείς όπως οι αγορές εργασίας και προϊόντων, στο ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό καθώς και στην ποιότητα άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να ενισχυθεί η ευρωστία (resilience) της οικονομίας και η μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών (fiscal sustainability).

Όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ ενισχύουν την ευρωστία της οικονομίας και τη μακροχρόνια δυνητική ανάπτυξη, ενδέχεται να έχουν και σημαντικές βραχυχρόνιες επιπτώσεις τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στην αναδιανομή του παραγόμενου εισοδήματος. Υπό το φως της παρούσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, με δεδομένη την αδυναμία του εξωτερικού περιβάλλοντος (π.χ. πτώση εξωτερικής ζήτησης και επενδύσεων), είναι σημαντικό να προωθηθούν εκείνες οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες ενισχύουν την συνολική εσωτερική ζήτηση. Πράγματι στην πρόσφατη έκδοση του Going for Growth (GfG 2009), ο ΟΟΣΑ περιλαμβάνει σχετικό κεφάλαιο στο οποίο γίνεται διάκριση μεταξύ των μακροχρόνιων και των βραχυχρόνιων συνεπειών των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και επισημαίνονται μεταρρυθμίσεις που μπορεί να έχουν βραχυπρόθεσμα το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ανάλυση αυτή είναι πολύτιμη για τη χώρα μας, η οποία στην προσπάθειά της να επιταχύνει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να αντιμετωπίσει τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας πρέπει να αποφύγει λάθη του παρελθόντος και να διαμορφώσει μια «συναινετική στρατηγική» τη διετία 2009-2010 που θα εστιάσει τις προσπάθειές της στις μεταρρυθμίσεις που δίνουν «διπλό μέρισμα»: βοηθούν στην έξοδο από την κρίση μέσω τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης (demand-side policies), ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν τη μακροχρόνια ενίσχυση της προσφοράς (supply-side policies). Είναι κρίσιμο να υπάρχει σωστή διαδοχή (sequencing) των μεταρρυθμίσεων. Η συνταγή της αποτυχίας είναι να προσπαθήσει να τα κάνει κανείς όλα και ταυτόχρονα σε εποχή κρίσης. Στις επόμενες γραμμές παρουσιάζονται ορισμένες πιθανές πτυχές μια τέτοιας στρατηγικής.

Δημοσιονομική πολιτική: Η χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τονώσει την εσωτερική ζήτηση μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών, της αύξησης των δημοσίων δαπανών, ή/και της αναδιάρθρωσης των δαπανών του προϋπολογισμού. Επίσης, μπορεί να διευκολύνει την οικοδόμηση συναίνεσης για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις μειώνοντας την αντίσταση σε αυτές (π.χ. παρέχοντας αποζημίωση στις κοινωνικές/επαγγελματικές ομάδες που θίγονται από αυτές). Δεδομένου ότι ήδη οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ έχουν εξαγγείλει μέτρα (fiscal stimulus packages) που οδηγούν σε δημοσιονομική χαλάρωση, η προσοχή θα πρέπει να δοθεί ώστε η χαλάρωση αυτή να μην επιδρά αρνητικά στη μελλοντική ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, κλαδικές ενισχύσεις/επιδοτήσεις σε κλάδους που δεν ενέχουν συστημικό κίνδυνο, μάλλον συγκαλύπτουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες και καθυστερούν την αναγκαία προσαρμογή και πρέπει να αποφεύγονται καθώς μειώνουν τη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη και ενισχύουν τον προστατευτισμό. Σε περίπτωση που έχουν χορηγηθεί τέτοιες ενισχύσεις θα πρέπει να καταργηθούν αμέσως μόλις αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας.

Φορολογικές μεταρρυθμίσεις: Μελέτη του ΟΟΣΑ σχετικά με την φορολογία και την οικονομική ανάπτυξη, έχει δείξει ότι υπάρχει μια ιεράρχηση στις φορολογικές κατηγορίες σχετικά με το βαθμό αρνητικής επίδρασης τους στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, οι φόροι περιουσίας/κεφαλαίου προκαλούν τις λιγότερες στρεβλώσεις και έχουν τη μικρότερη δυνατή αρνητική επίπτωση στην μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη. Έπονται κατά σειρά, οι φόροι κατανάλωσης, η φορολόγηση των φυσικών προσώπων και η φορολόγηση των κερδών των επιχειρήσεων. Ουδέτερη, από πλευράς εσόδων, φορολογική μεταρρύθμιση, θα πρέπει να αποσκοπεί στην μείωση των εσόδων που προέρχονται από πηγές που προκαλούν υψηλές στρεβλώσεις (όπως η φορολογία εισοδήματος) και στην αύξηση των εσόδων από πηγές που προκαλούν λιγότερες στρεβλώσεις (όπως η φορολογία ακίνητης περιουσίας). Επίσης, η ένταση του φορολογικού ανταγωνισμού σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης ευνοεί την μετακίνηση προς περισσότερο σταθερές φορολογικές βάσεις, όπως είναι η φορολογία ακίνητης περιουσίας. Ήδη στη χώρα μας η φορολογική μεταρρύθμιση κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, πιθανή, νέα, μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων στην παρούσα συγκυρία δεν αναμένεται να έχει ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα για την αντιμετώπιση της κρίσης και την αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, καθώς ήδη οι επιχειρήσεις θα καταβάλλουν μικρότερο ή και καθόλου φόρο λόγω μείωσης της κερδοφορίας τους ή και εμφάνισης ζημιών. Επίσης μια τέτοια μείωση στη φορολογία των επιχειρήσεων θα είναι πολύ δύσκολο να αντιστραφεί αργότερα αφήνοντας σημαντικό κενό στο ισοζύγιο του προϋπολογισμού που θα πρέπει να καλυφθεί από αύξηση της φορολογίας σε άλλες κατηγορίες ή από μείωση των δημοσίων δαπανών. Αντίθετα, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των χαμηλόμισθων μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα καθώς αυτές οι ομάδες εργαζομένων εμφανίζουν υψηλότερη ροπή προς κατανάλωση, σε σχέση με υψηλότερου εισοδήματος εργαζομένους. Ταυτόχρονα μια τέτοια μείωση, δεδομένης της σχετικά υψηλής επιβάρυνσης (φόροι και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης) των χαμηλόμισθων στην Ελλάδα, μάλλον θα ενισχύσει την απασχόληση και θα μειώσει την ανεργία μακροπρόθεσμα (ιδίως των νεοεισερχομένων – νέων και γυναικών -στην αγορά εργασίας).

Επίσης, θα μπορούσε να συζητηθεί, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης των φόρων κατανάλωσης μέσω της καθιέρωσης ενός «ενιαίου» (single) συντελεστή ΦΠΑ. Ένας τρόπος μέτρησης του εύρους της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ είναι ο δείκτης “C-efficiency» του ΦΠΑ, ο οποίος εκφράζει τα συλλεχθέντα έσοδα του τρέχοντος ΦΠΑ μιας χώρας ως ποσοστό των εσόδων που θα είχαν εισπραχθεί εάν ο «κανονικός» συντελεστής ΦΠΑ τύγχανε εφαρμογής σε όλη την κατανάλωση. Υψηλό ποσοστό υποδεικνύει ότι εφαρμόζεται ένας ενιαίος συντελεστής ΦΠΑ με αποδοτική και αποτελεσματική συλλογή εσόδων από τη διοίκηση, ενώ χαμηλό ποσοστό δείχνει ότι υπάρχουν εξαιρέσεις ή περισσότεροι του ενός συντελεστές ΦΠΑ ή αναποτελεσματική φορολογική διοίκηση, ή συνδυασμός των τριών περιπτώσεων. Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα, ως μέσο όρο τα έτη 2002-2004, εμφανίζει ποσοστό “C-efficiency” του ΦΠΑ κοντά στο 50% (έβδομη χειρότερη επίδοση στον ΟΟΣΑ) ενώ οι επιδόσεις των υπολοίπων κρατών-μελών κινούνταν από 31,8% (Μεξικό) έως 100% (Νέα Ζηλανδία). Λαμβάνοντας υπόψη ότι, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης αυξάνει την αποδοτικότητα (efficiency) του συστήματος ενώ, αντίθετα, οι υψηλοί συντελεστές ενισχύουν την παραοικονομία, σε χώρες όπως η Ελλάδα με χαμηλό δείκτη “C-efficiency”, ιδίως στις συνθήκες της τρέχουσας κρίσης, είναι προτιμότερη η μείωση του «κανονικού» συντελεστή ΦΠΑ από το 19% στο π.χ. 18% (το 2009) και στο 17% (το 2010) με καθιέρωση ενός ενιαίου χαμηλότερου συντελεστή (π.χ. 10% το 2009 και 12% το 2010), στον οποίο θα ενοποιούνταν όλες οι ειδικές περιπτώσεις και εξαιρέσεις που υφίστανται σήμερα. Με τον τρόπο αυτό μάλλον θα αυξηθούν παρά θα μειωθούν τα έσοδα ενώ θα αισθανθούν οι καταναλωτές, η «αγορά» και οι συνεπείς φορολογούμενοι ότι λαμβάνονται μέτρα αντικυκλικής πολιτικής με στόχο την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Μετά το 2011 μπορεί να εξεταστεί η περαιτέρω αναμόρφωση του συστήματος στην κατεύθυνση της ενοποίησης, απλοποίησης και διαφάνειας.

Μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων: Οι μεταρρυθμίσεις που φιλελευθεροποιούν κλειστές αγορές, ιδίως επιχειρήσεις δικτύων υπό κρατικό έλεγχο (π.χ. τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, μεταφορές), δυνητικά αυξάνουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων και την προσφορά νέων προϊόντων ή/και υπηρεσιών με αποτέλεσμα την αύξηση της εσωτερικής ζήτησης. Σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση αυτών των αγορών με θετικά αποτελέσματα στην τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Το ίδιο ισχύει και στη χώρα μας ιδίως στην ενέργεια και τις μεταφορές. Αντίθετα άλλες μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εισόδου και εξόδου των επιχειρήσεων, στην παρούσα συγκυρία αδύναμης οικονομικής δραστηριότητας είναι πιθανότερο να οδηγήσουν σε καθαρή εκροή επιχειρήσεων με αρνητικά αποτελέσματα, βραχυπρόθεσμα, στην ανεργία και στην κατανάλωση.

Μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας: Η μείωση της ακαμψίας στην αγορά εργασίας και η μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, μακροπρόθεσμα, αυξάνουν την απασχόληση, μειώνουν την ανεργία και την ανισότητα και βελτιώνουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Όμως, η χαλάρωση της προστασίας της εργασίας (Employment Protection Legislation-EPL) και η μείωση του κόστους των απολύσεων, ιδίως σε περίοδο κρίσης, αυξάνει την ανασφάλεια (job insecurity) και έτσι μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, καθώς μπορεί να μειώσει την κατανάλωση των εργαζομένων που θεωρούν τον εαυτό τους ευάλωτο σε πιθανές απολύσεις. Επίσης, μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού συστήματος που αποσκοπούν στη μείωση των αναλογιστικών ελλειμμάτων και των παροχών στους δικαιούχους, μπορεί να οδηγήσουν σε προληπτική αύξηση των αποταμιεύσεων (precautionary savings) στην προσπάθειά των δικαιούχων να αντισταθμίσουν την απώλεια των μελλοντικών τους εισοδημάτων από συντάξεις και των αυξημένων δαπανών τους για υγειονομική περίθαλψη. Στη χώρα μας προέχει η υλοποίηση των ρυθμίσεων της πρόσφατης συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης (ν. 3655/2008) ενώ οποιαδήποτε νέα μεταρρύθμιση θα έχει καλύτερα αποτελέσματα εάν δρομολογηθεί μετά το πέρας της οικονομικής κρίσης.

Δημόσιες επενδύσεις: Το κράτος μπορεί να αποφασίσει να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές (infrastructure), αφενός για να ενισχύσει τη μακροχρόνια δυνητική ανάπτυξη και αφετέρου για να αυξήσει βραχυπρόθεσμα την απασχόληση, καθώς οι επενδύσεις σε υποδομές είναι έντασης εργασίας. Όμως, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων σε υποδομές για να βοηθήσει στην έξοδο από την παρούσα κρίση προϋποθέτει την ύπαρξη «ώριμων» επενδυτικών σχεδίων, ώστε η επιτάχυνση υλοποίησής των να έχει άμεσα αποτελέσματα, ενώ θα πρέπει να υιοθετούνται έργα κατόπιν προσεκτικής ανάλυσης κόστους/αποτελέσματος (αναλυτικά σε προηγούμενη ανάρτηση ” Παγκόσμια οικονομική κρίση: οι αιτίες και η αντιμετώπιση της“). Ιδίως η αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές που σχετίζονται με την εκπαίδευση, παρέχει βραχυπρόθεσμα αύξηση της ζήτησης, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει μακροπρόθεσμα τη δυνητική ανάπτυξη, καθώς οι επενδύσεις στην εκπαίδευση έχουν θετικά αποτελέσματα στην αύξηση του “ανθρώπινου κεφαλαίου” (human capital) αρκετά χρόνια μετά την πραγματοποίηση της επένδυσης.

Ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης: Τομείς οι οποίοι μπορεί να έχουν άμεσα θετικά αποτελέσματα είναι η αύξηση των δαπανών για ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (Active Labor Market Policies-ALMP) και για μικρής διάρκειας προγράμματα αρχικής και συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ώστε να αυξάνεται η απασχολησιμότητα των εργαζομένων και να ενθαρρύνονται οι νυν άνεργοι στην αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης μπορεί να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ διαφόρων κλάδων της οικονομίας και να συμβάλλουν στην αναδιάρθρωση της, προς όφελος περισσότερο ανταγωνιστικών κλάδων.

Αντί Επιλόγου: Οι μεταρρυθμίσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, εάν δρομολογηθούν, βραχυπρόθεσμα, συνεπάγονται αύξηση των δημοσίων δαπανών (π.χ. για δημόσιες επενδύσεις) ή/και απώλεια εσόδων (π.χ. μείωση εισφορών κοινωνικής ασφάλισης). Ήδη στο σχέδιο της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, (Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης 2008-2011), γίνεται δεκτή η απώλεια εσόδων και η αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση της κρίσης, ενώ τονίζεται ότι η, αναγκαία, δημοσιονομική προσαρμογή, στη διάρκεια της τριετίας, θα προέλθει κυρίως από το σκέλος των δαπανών. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στον έλεγχο των δαπανών και την υλοποίηση της μεταρρύθμισης της κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού στη βάση του Προϋπολογισμού Προγραμμάτων. Ήδη, ο Προϋπολογισμός Προγραμμάτων και η εισαγωγή του στη χώρα μας έτυχαν πολύ θετικής αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρόσφατη αξιολόγηση των Εθνικών Προγραμμάτων Μεταρρυθμίσεων στα πλαίσια της Στρατηγικής της Λισσαβόνας (σχετ. COM (2009) 34, 28.01.2009, ιδίως σελ.35, σημείο 8).

Στην παρούσα συγκυρία, υπάρχει «παράθυρο ευκαιρίας» το σχέδιο συγκράτησης των δαπανών να προσλάβει διαρθρωτικό χαρακτήρα και να αποτυπωθεί σε νόμο (π.χ. συμπλήρωση και τροποποίηση του νόμου περί δημοσίου λογιστικού), ο οποίος θα εισάγει ένα συνεκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο (fiscal framework). Το πλαίσιο αυτό θα ενσωματώνει όχι μόνο την αλλαγή του τρόπου κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού (Προϋπολογισμός Προγραμμάτων), αλλά και θα ενισχύει την αντικυκλική διάσταση της δημοσιονομικής πολιτικής και τον έλεγχο των δαπανών άμεσα, τουλάχιστον στο μάκρο επίπεδο, με την ενίσχυση του «top-down budgeting». Το δημοσιονομικό πλαίσιο μπορεί να συνδυάζει κανόνες ελλείμματος και χρέους (στα πλαίσια του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως αυτό κάθε φορά ισχύει) και να καθιερώνει πολυετή ονομαστικά όρια δαπανών (multi-year nominal expenditure ceilings), με την εξαίρεση δαπανών που συνδέονται με τον οικονομικό κύκλο (π.χ. επιδόματα ανεργίας). Επιπλέον, τυχόν νέες φορολογικές δαπάνες (tax expenditures) θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα όρια δαπανών, ώστε να μην υπάρχει κίνητρο στα καθ’ ύλη αρμόδια υπουργεία (line ministries) να υποκαθιστούν τις «κανονικές» δαπάνες με φορολογικές δαπάνες. Ο ορίζοντας του δημοσιονομικού πλαισίου θα πρέπει να είναι πολυετής. Η καθιέρωση της τριετίας έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να ταυτίζεται το χρονικό διάστημα του δημοσιονομικού πλαισίου με το διάστημα του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων και του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η ανακοίνωση – άμεσα – της εισαγωγής αυτής της σημαντικής δημοσιονομικής μεταρρύθμισης, θα έχει πολλαπλά οφέλη:

  • Θα δώσει μήνυμα στους διεθνείς οργανισμούς (ΕΕ, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ), στους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και, τελικά, στις αγορές, ότι η Ελλάδα δεσμεύεται πραγματικά να μειώσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα και κυρίως το δημόσιο χρέος, που αποτελεί το βραχνά της οικονομίας μας. Το κόστος της υπέρβασης του στόχου του 3% του ΑΕΠ αναφορικά με το ύψος του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και η αναστροφή της πτωτικής τάσης του δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, αντανακλάται ήδη στα αυξημένα spreads των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών (χωρίς να υποτιμάται το γεγονός ότι τα γερμανικά ομόλογα κινούνται σε ιστορικά χαμηλά), άρα και στο αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του μεγάλου δημόσιου χρέους. Δεδομένης της μαζικής προσφυγής στις αγορές όλων των μεγάλων οικονομιών για χρηματοδότηση των αυξημένων ελλειμμάτων τους, ίσως αυτή η αύξηση των spreads να προσλάβει μονιμότερα χαρακτηριστικά.
  • Θα ενισχύσει τη βραχυπρόθεσμη ευελιξία της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς θα μπορέσει να δράσει άμεσα αντικυκλικά (δηλαδή «στοχευμένα» επεκτατικά), χωρίς να υποσκάπτει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.
  • Θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική δύναμη της χώρας σε όλα τα διεθνή fora, ιδίως στα πλαίσια των Eurogroup και Ecofin.

Οι απόψεις του παρόντος άρθρου είναι αυστηρά προσωπικές.

Read Full Post »

Τα φιλόδοξα σχέδια της ισπανικής προεδρίας στην Ε.Ε.

Η Βαρκελώνη με την ανεργία του 20% καλείται να σώσει την ευρωπαϊκή οικονομία εν μέσω της κρίσης…

The Economist

Το 2005, Γάλλοι και Ολλανδοί απέρριψαν τη Συνθήκη της Λισσαβώνας έπειτα από έντονες διαμάχες κατά την προ του δημοψηφίσματος περίοδο. Στην Ισπανία, όμως, δεν υπήρξαν αμφιβολίες. Ο πρωθυπουργός Χοσέ Λουίς Θαπατέρο περιόδευσε τη χώρα ενημερώνοντας τους ψηφοφόρους για τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που είχαν εισρεύσει στην Ισπανία από το 1986, οπότε εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Τέσσερα στα δέκα χιλιόμετρα κάθε αυτοκινητόδρομου της Ισπανίας είχαν κατασκευαστεί με χρήματα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο κ. Θαπατέρο ήταν σαφής: «Είναι καιρός να ψηφίσουμε “ναι” με ευγνωμοσύνη».

Για τους Ισπανούς, τουλάχιστον για όσους ήταν αρκετά μεγάλοι για να θυμούνται την εποχή του Φράνκο, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν κάτι σαν επιστέγασμα μιας μακράς διαδικασίας απελευθέρωσης.

Aυτός o «ευρω-ενθουσιασμός» της Ισπανίας εξηγεί τη ζέση με την οποία ανέλαβε ο κ. Θαπατέρο την 1η Ιανουαρίου την εξάμηνη προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Μεταξύ των επισήμων που παρευρέθησαν στη σχετική τελετή ήταν και ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζακ Ντελόρ, που κατέφθασε στη Μαδρίτη για να εξετάσει μαζί με άλλους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ενωσης τη μεγαλύτερη φιλοδοξία που τρέφει η Ισπανία για τη θητεία της στην προεδρία: να εγκαινιάσει τη «στρατηγική του 2020» για την Ευρώπη.

Πρόκειται για ένα δεκαετές πρόγραμμα προώθησης της ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης που θα συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του γενναιόδωρου κοινωνικού κράτους της Ευρώπης. Επεται ενός άλλου δεκαετούς προγράμματος, της «στρατηγικής της Λισσαβώνας», που απέτυχε παταγωδώς ως προς τον στόχο να καταστήσει την Ευρωπαϊκή Ενωση «την πλέον ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία του κόσμου με βάση την οικονομία της γνώσης» και μάλιστα με προθεσμία μέχρι το 2010. Δυστυχώς, η νέα στρατηγική δεν έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής. Η ανεργία στην Ισπανία πλησιάζει το 20% (ποσοστό διπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωζώνης) μετά την -τερατωδών διαστάσεων- φούσκα της αγοράς κατοικιών που έσκασε θορυβωδώς.

Την κατάσταση επιδεινώνει μια αγορά εργασίας, στην οποία είναι σχεδόν αδύνατον να απολυθεί ο σκληρός πυρήνας των εργαζομένων μόνιμης απασχόλησης, με αποτέλεσμα το βάρος μιας κρίσης να πέφτει στους εργαζομένους με συμβόλαια περιορισμένου χρόνου, εν ολίγοις στους νέους και τους μετανάστες.

Δημοσιεύματα εφημερίδων σε όλη την Ευρώπη ειρωνεύονταν τον κ. Θαπατέρο, προτείνοντας να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Ευρώπη για το πώς θα επιτύχει την ανάκαμψη της οικονομίας. Αυτού του είδους η επιθετικότητα έχει πολλές αιτίες. Ανάμεσά τους είναι και η αρνητική αντίδραση στο γεγονός ότι παραμένει ο θεσμός της εκ περιτροπής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας θεσπίζει τον θεσμό του προέδρου, που θα προεδρεύει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, καθώς κι ενός υπουργού Εξωτερικών που θα προεδρεύει των συμβουλίων υπουργών Εξωτερικών. Τα στελέχη των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στις Βρυξέλλες νιώθουν ένα ρίγος στη σκέψη πως μπορεί ο νέος πρόεδρος, Χέρμαν Βαν Ρομπούι, να εμπλακεί σε αέναες διαμάχες με τον κ. Θαπατέρο για το ποιος θα καταλαμβάνει μεγαλύτερο τμήμα στον τηλεοπτικό χρόνο. Πολλοί έχουν ενοχληθεί επίσης από την επιμονή της Ισπανίας να φιλοξενήσει τον Μάιο στη Μαδρίτη σύνοδο κορυφής Ευρωπαϊκής Ενωσης – ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει πως ο κ. Θαπατέρο θα έχει τη δυνατότητα να καλωσορίσει τον Μπαράκ Ομπάμα σε ισπανικό έδαφος, μολονότι κάποιοι επιμένουν πως οικοδεσπότης θα έπρεπε να είναι ο κ. Ρομπούι και η σύνοδος να γίνει στις Βρυξέλλες.

Το όνειρο διήρκεσε μόλις 20 χρόνια

Η Ισπανία συμβολίζει ευρύτερες ευρωπαϊκές τάσεις. Η άλλοτε ταχεία ανάπτυξή της χαιρετιζόταν από εκείνους που (ορθώς) υποστήριζαν ένα μοντέλο διεύρυνσης της Ε. E. βασιζόμενο στον ανταγωνισμό, στην κατάργηση των φραγμών στο εμπόριο και στη σύγκλιση. Οταν η Ισπανία προσχώρησε στην Ε. E., ήταν μια φτωχή αγροτική χώρα, με μάλλον προστατευτική νομοθεσία. Τελικά, συμφωνήθηκε να άρει τους φραγμούς στο εμπόριο σε αντάλλαγμα των κεφαλαίων που θα της χορηγούσε η Ε. Ε. Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, τα αποτελέσματα φαίνονταν ικανοποιητικά και για τις δύο πλευρές. Οσο κι αν δεν μας αρέσει, όμως, τα οικονομικά δεινά της Ισπανίας κλονίζουν αυτό το μοντέλο της σύγκλισης. Η άκαμπτη, ακριβή αγορά εργασίας θα αποτελέσει δοκιμασία για το αν οι οικονομίες που χρησιμοποιούν το ευρώ έχουν την πολιτική βούληση να ανακτήσουν ανταγωνιστικότητα μειώνοντας το εργατικό κόστος, τώρα που δεν μπορούν να υποτιμήσουν τα νομίσματά τους.

Read Full Post »

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 και κυρίως κατά την τελευταία εικοσαετία, παρατηρείται στις περισσότερες χώρες μια στροφή των αντιλήψεων για το ρόλο της δημόσιας επιχείρησης ως μέσου άκσησης της οικονομικής πολιτικής αλλά και ως φορέα ενίσχυσης των αναπτυξιακών δυνάμεων. Υποστηρίζεται ότι η ενεργή παρέμβαση του κράτους, που έγινε με πρόσχημα την αδυναμία του μηχανισμού της αγοράς να προκαλέσει επαρκή οικονομική ανάπτυξη και δίκαιη διανομή του παραγόμενου προϊόντος και της ευημερίας, τελικά έγινε αιτία οικονομικών αδιεξόδων, οικονομικής στασιμότητας και αδράνειας. Γι΄αυτό στις περισσότερες χώρες σήμερα παρατηρείται μια τάση αποκρατικοποίησης πολλών δημόσιων επιχιερήσεων με τη μορφή μεταφοράς του συνόλου ή μέρους των δραστηριοτήτων από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Θα εξατάσουμε δώ εν συντομία την έννοια και τις διάφορες μορφές ιδιωτικοποίησης, καθώς και τον έλεγχο των ιδιωτικοποιημένων δημοσίων επιχιερήσεων.

Στην έννοια της ιδιωτικοποίησης εμπίπτουν όλες γενικά οι δραστηριότητες οι οποίες αφαιρούνται από την αρμοδιότητα του δημόσιου τομέα, όπως λόγου χάρη, δραστηριότητες παραγωγής και διάθεσης αγαθών και υπηρεσιών που δεν έχουν εποπτικό χαρακτήρα και δεν περιορίζεται στη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα, όταν το κράτος απαλάσσεται από το δικαίωμα να καθορίζει από πότε αρχίζουν και από πότε τελειώνουν οι ‘εκπτώσεις’, αυτό αποτελεί πράξη ιδιωτικοποίησης. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις της κατάργησης του δικαιώματος του κράτους νμα ασκεί ελέγχους στις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών, να καθορίζει τρόπους ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων και να απαιτεί ‘άδειες σκοπιμότητας’. Σε αυτές τις περιπτώσεις, έχουμε ιδιωτικοποίηση, χωρίς μεταφορά περιουσιακών στοιχείων από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Επομένως, η έννοια της ιδιωτικοποίησης είναι πολύ ευρύτερη από εκείνη της αποκρατικοποίησης. Στην ανάλυση που ακολουθεί θα επικεντρωθούμε στα θέματα που αναφ’έρονται στην αποκρατικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων, δηλαδή στη μεταφορά μέρους ή του συνόλου των δραστηριοτήτων των δημόσιων, κυρίως, επιχιερήσεων στον ιδιωτικό τομέα. Τα προγράμματα αυτά παίρνουν διάφορες μορφές χωρίς ωστόσο να είναι αμοιβαία αποκλειόμενα.

1. Πώληση περιουσιακών στοιχείων του κράτους σε ιδιώτες.

2. Εργολαβική ανάθεση σε ιδιωτικούς φορείς της παραγωγής ορισμένων υπηρεσιών για λογαριασμό του κράτους (contracting out)

3. Διανομή κουπονιών (vouchers) στους πολίτες με τα οποία μπορούν να αγοράσουν αγαθά και υπηρεσίες από έναν κατάλογο εγκεκριμένων από το κράτος πωλητών και που ικανοποιούν ορισμένες προδιαγραφές.

4. Απελευθέρωση της αγοράς από εμπόδια εισόδου σε αυτήν ιδιωτών (deregulation).

καθεμιά από τις παραπάνω μεθόδους παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και συνδέεται με συγκεκριμένα πλεονεκτήματα.

από Δημόσια Διοίκηση και Πολιτική, ΕΑΠ, Πάτρα 2008.

Read Full Post »

Γενική αύξηση των τιμών

Σε μια οικονομία της αγοράς, οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών μπορούν πάντα να μεταβληθούν. Κάποιες τιμές αυξάνονται, κάποιες άλλες μειώνονται. Μπορούμε να μιλήσουμε για πληθωρισμό όταν παρατηρείται γενική αύξηση τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών και όχι μόνο ορισμένων προϊόντων. Επομένως, με 1 ευρώ μπορούμε να αγοράσουμε λιγότερα πράγματα ή, με άλλα λόγια, η αξία του ευρώ μειώνεται.

Ορισμένες μεταβολές τιμών είναι πιο σημαντικές από άλλες

Όταν υπολογίζεται η μέση αύξηση των τιμών, δίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στις τιμές των προϊόντων για τα οποία δαπανώνται περισσότερα χρήματα – όπως το ηλεκτρικό ρεύμα – σε σχέση με τις τιμές των προϊόντων για τα οποία ξοδεύονται λιγότερα – π.χ. ζάχαρη ή γραμματόσημα.

Δεν αγοράζουν όλοι τα ίδια πράγματα

Κάθε νοικοκυριό έχει διαφορετικές καταναλωτικές συνήθειες: ορισμένοι έχουν αυτοκίνητο και τρώνε κρέας, άλλοι μετακινούνται μόνο με τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή είναι χορτοφάγοι. Οι μέσες καταναλωτικές συνήθειες του συνόλου των νοικοκυριών καθορίζουν τη βαρύτητα που λαμβάνουν τα διάφορα προϊόντα και υπηρεσίες κατά τη μέτρηση του πληθωρισμού.

Για τη μέτρηση του πληθωρισμού, λαμβάνονται υπόψη όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά, όπως:

  • είδη καθημερινής χρήσης (π.χ. τρόφιμα, εφημερίδες και βενζίνη)
  • διαρκή αγαθά (π.χ. είδη ένδυσης, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και πλυντήρια)
  • υπηρεσίες (π.χ. κομμωτήρια, ασφάλειες και ενοικιαζόμενες κατοικίες)

Σύγκριση των τιμών του καλαθιού καταναλωτικών αγαθών ανά έτος

Όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά στη διάρκεια ενός έτους αντιπροσωπεύονται από ένα «καλάθι» ειδών. Κάθε προϊόν στο καλάθι αυτό έχει μια τιμή, η οποία μπορεί να μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου. Ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού είναι η τιμή του συνολικού καλαθιού ένα συγκεκριμένο μήνα σε σύγκριση με την τιμή που είχε τον ίδιο μήνα ένα έτος νωρίτερα.

από Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Read Full Post »

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) είναι ένας διεθνής οργανισμός ο οποίος επιβλέπει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα παρακολουθώντας τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τα ισοζύγια πληρωμών και προσφέροντας οικονομική και τεχνική βοήθεια όταν του ζητηθεί. ΤΟ ΔΝΤ ιδρύθηκε στις 27 Δεκεμβρίου του 1945 στην Ουάσιγκτον, πρωτεύουσα των ΗΠΑ κατόπιν συνομολόγησης 39 Χωρών. Η ίδρυση του Οργανισμού αυτού είχε προπαρασκευαστεί κατά τη Διεθνή Νομισματική και Χρηματοδοτική Συνδιάσκεψη που συνήλθε στο Μπρέτον Γουντς, του Νιού Χαμσάιρ των ΗΠΑ, ενάμισι χρόνο πριν, από 1ης Ιουλίου μέχρι 22 Ιουλίου του 1944. Έδρα του Οργανισμού ορίσθηκε η Ουάσιγκτον ως πρωτεύουσα της χώρας με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής.

από wikipedia

Read Full Post »

Απαντήστε στο ακόλουθο ερώτημα:

Α) Ποιό το περιεχόμενο και ποιά η σημασία του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης ως προς τη διαδικασία υπαγωγής μιας χώρας σε καθεστώς επιτήρησης λόγω υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείματος.

Β) Να αναλύσετε τις ρυθμίσεις του ελληνικού Προγράμματος Σταθερότητος και Ανάπτυξης (Ιανουάριος 2010) για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων της  ελληνικής οικονομίας.

Γ) Υπάρχουν οικονομικοί μηχανισμοί στην ΕΕ για τη στήριξη της Ελλάδος σε ένα πρόβλημα εξωτερικού χρέους. Εξετάστε και συγκρίνετε τις θεσμικές δυνατότητες που παρέχουν τα άρθρα 103 &  104 της Συνθήκης του Μαάστριχτ υπό το φως της ΣΛΕΕ-Λισαβόνας.

Read Full Post »

1. Ιστορική εξέλιξη της οικονομικής σκέψης: Κλασική Πολιτική Οικονομία, Μαρξισμός, Νεοκλασικισμός,Θεσμική Σχολή, Κεϋνσιανισμός.

2. Το σύστημα της αγοράς και ο σχηματισμός των τιμών: Επιλογές του καταναλωτή και η θεωρία της ζήτησης αγαθών. Θεωρία της παραγωγής του κόστους και της προσφοράς αγαθών. Ανταγωνισμός,συντονισμός και ισορροπία.

3. Μορφές ανταγωνισμού και κοινωνική ευημερία: Τέλειος ανταγωνισμός, μονοπώλιο και ολιγοπωλιακός ανταγωνισμός.

4. Ο μηχανισμός της αγοράς και η λογική των ρυθμιστικών παρεμβάσεων του κράτους: Ατέλειες και αποτυχίες της αγοράς, δημόσια αγαθά, εξωτερικές οικονομίες και εξωτερικές επιβαρύνσεις.

5. Συνολική προσφορά, συνολική ζήτηση και η έννοια της μακροοικονομικής ισορροπίας: Το εισοδηματικό κύκλωμα και το σύστημα των εθνικολογιστικών κατηγοριών. Προσδιορισμός του εθνικού εισοδήματος και της συνολικής απασχόλησης.

6. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας, η κεντρική τράπεζα και ο προσδιορισμός του γενικού επιπέδου των τιμών. Ανεργία και πληθωρισμός. Οικονομική ανάπτυξη (μεγέθυνση).

7. Ο κρατικός προϋπολογισμός: Η διαδικασία του κρατικού προϋπολογισμού (κατάρτιση, ψήφιση, εκτέλεση και έλεγχος). Φύση και κριτήρια δημοσίων δαπανών. Χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών (τύποι φορολογίας και δημοσίου δανεισμού).

 

 

8. Οικονομικές πολιτικές του κράτους, συμπληρωματικότητες και αντιθέσεις: Σταθεροποιητική πολιτική (δημοσιονομική και νομισματική), εισοδηματική πολιτική, κοινωνική πολιτική, αναπτυξιακή πολιτική, πολιτική ανταγωνισμού και δημόσιες επιχειρήσεις.

9. Διεθνής οικονομία και οικονομική πολιτική: Η αποτελεσματικότητα της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε μια ανοικτή οικονομία. Οικονομική ανάπτυξη και οικονομικές ανισότητες σε παγκόσμιο επίπεδο.

10. Οικονομικές διαστάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: Η εσωτερική αγορά. Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

11. Η ελληνική οικονομία στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: Εξελίξεις και προοπτικές. Δημόσια οικονομικά. Ισοζύγιο πληρωμών. Απασχόληση και ανεργία. Κατευθύνσεις πολιτικής. Προοπτικές ονομαστικής και πραγματικής σύγκλισης.

Read Full Post »