Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα από εφημερίδες άλλων συγγραφέων’ Category

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ, 03/09

Μπούρκα στα δικαιώματα

Από τη Λίνα Παπαδοπούλου, Επίκουρη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής του ΑΠΘ «E» 3/9
mail to Εκτυπώστε το Αρθρο Μεγαλύτερα Γράμματα Μικρότερα Γράμματα

Οσο το Ισλάμ στην Ευρώπη εξαπλώνεται και μεγεθύνεται τόσο ερωτήματα που αφορούν τη μεταχείριση της θρησκευτικής, βιοθεωρητικής και αισθητικής ετερότητας θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη ένταση. Το παράδειγμα της απαγόρευσης ή μη της μπούρκας και του νικάμπ, της μαύρης φορεσιάς που καλύπτει σώμα και πρόσωπο αφήνοντας ελεύθερα μόνο τα μάτια, αναδεικνύει τα βασικά επιχειρήματα που κυριαρχούν στην όλη συζήτηση εκατέρωθεν.

Η έννοια του δικαιώματος, μια έννοια φτιαγμένη από τα υλικά του Διαφωτισμού και της δυτικής σκέψης, προσπαθεί απεγνωσμένα να προσαρμοστεί σε τελείως διαφορετικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι δικαίωμα των γυναικών να ντύνονται όπως επιθυμούν, λέει η άποψη κατά της απαγόρευσης. Οποιαδήποτε παρέμβαση του κράτους στην αυτονομία του ατόμου να ντύνεται και να παρουσιάζει ή να μην παρουσιάζει το πρόσωπό του συνιστά καταπάτηση της ελευθερίας του. Το κάθε επιχείρημα όμως είναι δίκοπο μαχαίρι. Η αυτονομία δεν είναι μόνον διαδικαστική, απαντούν οι επικριτές της ολόσωμης και ολοπρόσωπης κάλυψης, είναι κυρίως ουσιαστική. Η συγκεκριμένη ενδυματολογική επιλογή δεν αποτελεί προϊόν αυτονομίας, αλλά της καταπίεσης που οι γυναίκες -ασύγκριτα διεισδυτικότερα από τους άνδρες- υφίστανται από τη θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκουν.

Αν οι γυναίκες αυτές είχαν πραγματικά ανατραφεί σε καθεστώς προσωπικής αυτονομίας, τότε και μόνο τότε οι επιλογές τους θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές ως έκφανση προσωπικής αυτοδιάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Αντιθέτως, η έμφυλη ανισότητα, η καταδίκη του γυναικείου σώματος ως μιαρού και ως πειρασμού που πρέπει να ακυρωθεί για να μην προκληθεί ο -πνευματικός κατά τ’ άλλα- άνδρας, ενσωματώνεται από τις ίδιες τις γυναίκες ως φυσική επιλογή και ως μονόδρομος. Και αυτή η φεμινιστική όμως προσέγγιση επιστρέφει με την αντίθετη όψη της: μήπως η απαγόρευση, αντί να βοηθήσει τις γυναίκες να απελευθερωθούν, τις ωθήσει βαθύτερα και ανεπίστρεπτα στα σκιερά δώματα του ιδιωτικού χώρου; Εξάλλου, μήπως τα προκλητικά δυτικά ρούχα, το μίνι, τα ψηλοτάκουνα, οι αισθητικές παρεμβάσεις, δεν αποσκοπούν και πάλι στον άνδρα εκ του αντιθέτου;

Δίκοπο μαχαίρι είναι όμως και το επιχείρημα της θρησκευτικής ελευθερίας. Σε μια πρώτη ανάγνωση η επιλογή ενδύματος βάσει των θρησκευτικών πεποιθήσεων αποτελεί έκφανση της ελευθερίας αυτής. Πόσο ελεύθερος όμως είναι ένας άνθρωπος όταν έχει κατηχηθεί και γαλουχηθεί με μια συγκεκριμένη θρησκεία από τη βρεφική του ηλικία χωρίς κανένα σχεδόν περιθώριο διαφυγής ή πάντως με δυσθεώρητο κόστος λόγω του ασφυκτικού ελέγχου της κοινότητας; Μένει ίσως αλώβητο το επιχείρημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το ολόσωμο και ολοπρόσωπο ένδυμα καταργεί το άτομο ως πρόσωπο, συνεχίζει ο λόγος υπέρ της απαγόρευσης. Αφαιρεί την ταυτότητα του (θηλυκού) ατόμου, τα διαφοροποιητικά και ταυτοποιητικά χαρακτηριστικά του. Και αυτό δεν αποτελεί μόνον διακινδύνευση της ασφάλειας, αλλά και ακύρωση της ίδιας της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Η πρόσληψη του τελευταίου ως προσώπου με ηθική αξία, και όχι ως ομογενοποιημένου μέλους μιας αγέλης, αποτελεί, ωστόσο, θεμελιώδη αρχή όλου του δυτικού πολιτισμού με βαθιά θεμέλια και μεγάλη ιστορική διαδρομή. Η άρνησή της θα σήμαινε οπισθοδρόμηση αιώνων.

2010_09_03_Ethnos_bourka.pdf 2010_09_03_Ethnos_bourka.pdf
Advertisements

Read Full Post »

ΑΠΟΨΗ

Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη με απλά μέτρα ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ | Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Η ελληνική κρίση αποκάλυψε ένα σοβαρό πρόβλημα της ευρωπαϊκής οικονομικής και νομισματικής ένωσης: την ανισορροπία μεταξύ της ισχυρής νομισματικής και της ασθενούς οικονομικής της πτέρυγας. Ενώ η διαχείριση της νομισματικής πολιτικής εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΚΤ, οι οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές εμπίπτουν στην εθνική αρμοδιότητα. Χρειάζεται να ενισχυθούν οι μηχανισμοί συντονισμού της οικονομικής, ιδίως της δημοσιονομικής, πολιτικής για να αποφεύγονται κρίσεις όπως η ελληνική. Με γερμανική πρωτοβουλία συζητείται τώρα η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού νομισματικού ταμείου στα πρότυπα του ΔΝΤ. Ενα τέτοιο ταμείο απαιτεί πολύ χρόνο για να συσταθεί και εν τω μεταξύ οι κερδοσκόποι θα δρουν ανενόχλητοι εναντίον των αδύναμων κρίκων της ευρωζώνης. Επιπλέον, οι Γερμανοί θα επιβάλουν ασφαλώς δυσβάστακτους όρους για τη ενίσχυση του ταμείου σε κράτη που θα το χρειάζονται.

Μπορούν όμως να υπάρξουν άλλα μέτρα αλληλεγγύης που δεν απαιτούν ούτε χρόνο ούτε χρήμα. Το άρθρο 122 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ, Λισαβόνας) δηλώνει ότι το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει, σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ κρατών-μελών, τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης ενός κράτους-μέλους, ιδίως εάν ανακύψουν σοβαρές δυσκολίες στον εφοδιασμό με ορισμένα προϊόντα, κυρίως στον τομέα της ενέργειας. Αυτό το άρθρο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ.

Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκε το άρθρο 119 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (άρθρο 143 της ΣΛΕΕ), το οποίο δηλώνει ότι σε περίπτωση δυσχερειών ή σοβαρής απειλής δυσχερειών στο ισοζύγιο πληρωμών ενός κράτους-μέλους για το οποίο ισχύει παρέκκλιση (δηλαδή βρίσκεται εκτός της ευρωζώνης), η Επιτροπή συνιστά στο Συμβούλιο την παροχή αμοιβαίας συνδρομής που μπορεί ιδίως να συνίσταται σε συντονισμένη δράση ενώπιον άλλων διεθνών οργανισμών, στους οποίους τα κράτη-μέλη για τα οποία ισχύει παρέκκλιση δύνανται να προσφεύγουν ή σε χορήγηση περιορισμένων πιστώσεων εκ μέρους άλλων κρατών-μελών, εφόσον αυτά συμφωνούν.

Βάσει του άρθρου 119 ΣΕΚ θεσπίστηκε ο κανονισμός 332 του 2002, ο οποίος επιτρέπει τη χορήγηση δανείων σε ένα ή περισσότερα κράτη-μέλη που δεν έχουν εισαγάγει το ευρώ και που αντιμετωπίζουν ή κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες στο ισοζύγιο τρεχουσών πληρωμών ή κίνησης κεφαλαίων. Τέτοια δάνεια χορηγήθηκαν πράγματι το 2009 στην Ουγγαρία και τη Λετονία.

Τέτοιου είδους μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν και βάσει του άρθρου 122 της ΣΛΕΕ, αν υπήρχε πολιτική βούληση στήριξης κρατών-μελών της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα μπορούσε, π.χ., να καλέσει την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να θεσπίσουν έναν κανονισμό ο οποίος θα επέτρεπε στην ΕΚΤ ή και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) να παρέχει(ουν) εγγυήσεις προς τράπεζες που θα παρείχαν δάνεια με καλούς όρους στα κράτη-μέλη που θα τα είχαν ανάγκη.

Τα προτεινόμενα μέτρα (εγγυήσεις της ΕΚΤ ή/ και της ΕΤΕπ) είναι άνευ κόστους. Θα απαιτούσαν εκταμίευση από την εγγυήτρια τράπεζα μόνο στην απίθανη περίπτωση χρεοκοπίας του δανειζόμενου κράτους-μέλους. Δεν απαγορεύονται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας και δεν απαιτούν τροποποίησή της. Χρειάζονται μόνο φαντασία και θάρρος από τους ευρωπαίους ηγέτες. Θα γλίτωναν όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ από τους κερδοσκόπους και θα υλοποιούσαν το πνεύμα αλληλεγγύης το οποίο επικαλείται το άρθρο 122 της ΣΛΕΕ. Αυτό το πνεύμα αλληλεγγύης είναι απαραίτητο όχι μόνο για τη στήριξη κρατών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, αλλά και για την προστασία του ίδιου του ευρώ από τις επιθέσεις των κερδοσκόπων. Αυτό θα ήταν το πρώτο βήμα για να προχωρήσει η ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ένωση στην απαραίτητη τόνωση του οικονομικού σκέλους της, το οποίο χωλαίνει σε σχέση με το νομισματικό σκέλος.

Ο κ. Νίκος Μούσης είναι πρώην σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=320106&ct=72&dt=14/03/2010#ixzz0j1YUsiFa

Read Full Post »

Νέος γεωπολιτικός ρόλος για την ΕΕ

| Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ

Oι κρίσεις του τελευταίου εξαμήνου επέφεραν σημαντικές γεωπολιτικές εξελίξεις. Η κρίση στον Καύκασο μεταξύ Γεωργίας και Ρωσίας σήμανε την ανάδειξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως παγκόσμιου ειρηνοποιού. Η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε την ΕΕ ως μεταρρυθμιστή της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής τάξης.

Στην κρίση του Καυκάσου η Ευρωπαϊκή Ενωση αναδείχθηκε σε ικανό μεσολαβητή στην αντιμετώπιση και στην επίλυση γεωπολιτικών συγκρούσεων. Ούτε ο ΟΗΕ, ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε φυσικά οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να πείσουν τη Ρωσία να σταματήσει την εισβολή και να αποσύρει τα στρατεύματά της από τη Γεωργία. Γι΄ αυτή την τελευταία η μεσολάβηση της ΕΕ ήταν η σανίδα σωτηρίας για να αποφύγει την ολοκληρωτική καταστροφή της. Αυτόν τον μεσολαβητικό ρόλο μπορεί η ΕΕ να τον παίξει και σε άλλες διενέξεις, ιδίως στο μεσανατολικό πρόβλημα, όπου οι ΗΠΑ έχουν ταυτιστεί με τα συμφέροντα του Ισραήλ.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, την οποία ζούμε αυτές τις ημέρες, γεννήθηκε στην Αμερική λόγω των τριών «Α»: της απληστίας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών να αποκομίσουν τεράστια κέρδη με τη χορήγηση επισφαλών ενυπόθηκων δανείων σε φτωχούς Αμερικανούς και με την τιτλοποίηση και διοχέτευση των μολυσμένων με αυτά χρεογράφων στις διεθνείς αγορές· της αλαζονείας των νεοφιλελεύθερων δογματικών της απόλυτης ελευθερίας της αγοράς· και της ανικανότητας της κυβέρνησης και της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ να αξιολογήσουν εγκαίρως τους κινδύνους και να ελέγξουν τους άπληστους κερδοσκόπους. Και αυτή η κρίση ανέδειξε την Ευρωπαϊκή Ενωση σε πρωτεργάτη επίλυσης των παγκόσμιων προβλημάτων. Αυτό επιτεύχθηκε χάρη στον συντονισμό των ενεργειών των «27». Το σχέδιο του Γκόρντον Μπράουν, πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, να διασώσει τον κινδυνεύοντα βρετανικό τραπεζικό τομέα επικυρώθηκε και εμπλουτίστηκε από τους 15 ηγέτες της ευρωζώνης στις 12 Οκτωβρίου και αυτοί το πέρασαν στους υπόλοιπους εταίρους των της ΕΕ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 15 και 16 Οκτωβρίου. Ο ενεργών ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Νικολά Σαρκοζί έπαιξε εξέχοντα ρόλο στην επίτευξη της ενότητας των κρατών εντός και εκτός της ευρωζώνης στο αίτημα για μια πλήρη επανεξέταση του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος.

Αυτό το αίτημα έγινε τελικά δεκτό από τους ηγέτες του G20, που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου οικονομικού προϊόντος. Αυτοί συμφώνησαν στις 15 Νοεμβρίου στις μεγάλες γραμμές ενός σχεδίου πάλης κατά των ακροτήτων του διεθνούς οικονομικού συστήματος που οδήγησαν στην πρωτοφανή κρίση που βιώνει ο κόσμος. Ιδίως καθόρισαν τις αρχές που θα πρέπει να κατευθύνουν τη μεταρρύθμιση του συστήματος: ενίσχυση της διαφάνειας και της υπευθυνότητας· ενίσχυση των κανονισμών που διέπουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές· ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών κατά των απατηλών δραστηριοτήτων των «golden boys»· ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας για την πρόληψη και τη διαχείριση κρίσεων· και μεταρρύθμιση των διεθνών χρηματοοικονομικών οργανισμών που να αντανακλά τη βαρύτητα των αναδυόμενων οικονομιών στη διαχείρισή τους.

Αυτό που είναι σημαντικό να σημειώσουμε σε αυτή τη φάση είναι ότι η συνεδρίαση του G20 πραγματοποιήθηκε έπειτα από πρωτοβουλία της ΕΕ και ότι ενέκρινε βασικά τις αρχές που προέβαλε η ΕΕ. Αυτή έπαιξε μεσολαβητικό ρόλο μεταξύ του αγγλοσαξονικού «laissez-faire» και των φιλοδοξιών των αναδυόμενων χωρών για σημαντικό ρόλο στη μεταρρύθμιση και στη διαχείριση των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο νέος γεωπολιτικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα μπορούσε στο κοντινό μέλλον να ενισχύσει και το ευρώ ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Αλλά για να μπορέσει το ευρώ να αναπτύξει όλες τις δυνατότητές του, η οικονομική και νομισματική ένωση πρέπει να υποστηριχθεί από την πολιτική ένωση. Αυτή όμως δεν μπορεί να υπάρξει όσο ισχύει ο κανόνας της ομοφωνίας που εμποδίζει την υλοποίηση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής, ακόμη και το να τεθεί σε λειτουργία η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία θα βελτίωνε τη θέση της ΕΕ.

Ο κ. Ν. Μούσης είναι πρώην σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=244537&ct=6&dt=28/11/2008#ixzz0j1XcsBgf

Read Full Post »

Και τοπικά δημοψηφίσματα

 

Η επαναστατική διάταξη του νέου Δημοτικού και Κοινοτικού κώδικα (3436/2006) λέγεται «τοπικό δημοψήφισμα». Τα δύο τρίτα, λοιπόν, του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου μπορούν να αποφασίσουν αν θα διεξαχθεί τοπικό δημοψήφισμα για κάποιο σοβαρό θέμα της περιοχής τους.

* Η προτίμηση των δημοτών εκφράζεται με «ναι» ή με «όχι». Θεωρείται επαναστατική διάταξη του νέου κώδικα, αφού ουσιαστικά κινητοποιεί τους πολίτες για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

* Δημοψήφισμα προβλέπεται επίσης εάν συγκεντρωθούν υπογραφές από το ένα τρίτο των κατοίκων με αίτημα την προσάρτηση τοπικού διαμερίσματος σε άλλο δήμο και τη μεταφορά της έδρας του δήμου ή της κοινότητας. Υποχρεώνεται μάλιστα ο δήμος εντός μηνός να προβεί στην προκήρυξή του.

* Δικαίωμα συμμετοχής στο τοπικό δημοψήφισμα έχουν όσοι ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές. Εγκυρο θεωρείται το αποτέλεσμα εφόσον συμμετείχε το 50% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους.

* Δημοψήφισμα δεν μπορεί να διεξαχθεί για θέματα που αφορούν τον προϋπολογισμό ή την επιβολή τελών και όταν είναι προεκλογική περίοδος.

* Ο νέος κώδικας προβλέπει επίσης ότι οι δημότες και οι κάτοικοι μπορούν να καταθέτουν ατομικά ή συλλογικά αναφορές και ερωτήσεις, για να ενημερωθούν επί αποφάσεων που τους ενδιαφέρουν. Υποχρεώνεται, μάλιστα, το αρμόδιο όργανο εντός 30 ημερών να απαντήσει.

* Δίνεται η δυνατότητα ομάδας 25 πολιτών να καταθέτει προτάσεις, και η πρότασή τους να συζητείται στην ημερήσια διάταξη του δημοτικού/κοινοτικού συμβουλίου.

ΦΡΕ. Σ.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 18/12/2005
 

Read Full Post »

Στο φως ο νέος εκλογικός νόμος

Προβλέπεται δημιουργία 180 μονοεδρικών, εκλογή των υπόλοιπων 120 βουλευτών με λίστα. Διάσπαση περιφερειών σε 11 ή 15. Αυτοδυναμία με 40,2%, πριμοδότηση 40 εδρών στον πρώτο «E» 2/12/2009

 

Ετοιμη να γυρίσει σελίδα στον εκλογικό νόμο είναι η κυβέρνηση, καθώς έχει πλέον στα χέρια της τις βασικές αρχές και την κατανομή των εδρών με βάση το νέο σύστημα που ακολουθεί το γερμανικό. Ο δεκάλογος των αλλαγών που αποφασίστηκε να προωθηθούν έχει ως εξής:

– Σταυρός προτίμησης τέλος!

– Οι 180 από τους 300 της Βουλής θα εκλέγονται σε μονοεδρικές περιφέρειες, με τους εκλογείς να επιλέγουν μονάχα κόμμα, και οι υπόλοιποι 120 σε λίστες των περιφερειών.

– Οι περιφέρειες θα είναι 15 ή 11, καθώς υπάρχει σενάριο αλλαγής της διοικητικής διαίρεσης της χώρας.

Στο φως ο νέος εκλογικός νόμος

– Ο πήχης της αυτοδυναμίας τοποθετείται στο 40,20%.

– Αποσυνδέεται η αυτοδυναμία από το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που θα μένουν εκτός Βουλής.

– Διατηρείται η αναλογικότητα του νόμου Σκανδαλίδη.

– Το πρώτο κόμμα θα πριμοδοτείται με 40 έδρες.

– Παρέχεται η δυνατότητα κατάργησης ή μείωσης του ορίου 3%, χωρίς να διακινδυνεύεται η αυτοδυναμία. Κόμμα που κερδίζει μονοεδρική θα την παίρνει, έστω και αν δεν πιάνει το όριο του 3% (στην περίπτωση που διατηρηθεί). Η αλλαγή αυτή είναι προφανές ότι ανοίγει τον δρόμο για την αυτόνομη κάθοδο στον πολιτικό στίβο μειονοτικών κομμάτων.

– Οι καινούργιες μονοεδρικές περιφέρειες δεν θα παραβιάσουν τα όρια των σημερινών νομών. Κατά πάσα πιθανότητα οι βουλευτές Επικρατείας θα ενταχθούν στις περιφέρειες. Εκεί μπορεί να προβλεφθούν και θέσεις για τους Ελληνες του εξωτερικού.

– Στις μονοεδρικές θα υπάρχει ένας τακτικός και ένας αναπληρωματικός υποψήφιος από κάθε κόμμα.

Ο τακτικός θα έχει τη δυνατότητα να είναι και στη λίστα της περιφέρειας. Ο αναπληρωματικός θα αναμένει την παραίτηση, τον… θάνατο του τακτικού βουλευτή ή τις επόμενες εκλογές για να μπει στη Βουλή ως τακτικός.

Επειτα από δεκάδες σενάρια και επεξεργασίες, η επιστημονική επιτροπή για τον εκλογικό νόμο που συνέστησε ο Γ. Ραγκούσης είναι ένα βήμα πριν από το να ολοκληρώσει το έργο της. Αφού κλείδωσαν τις βασικές αρχές του νέου συστήματος, κατέληξαν και στον καταμερισμό των εδρών.

Το «Εθνος» αποκαλύπτει σήμερα τις μονοεδρικές που θα δημιουργηθούν σε κάθε νομό, καθώς και τις έδρες που θα μοιράζονται στις 15 ή 11 περιφέρειες, ανάλογα με το σενάριο που θα προωθηθεί προς ψήφιση στη Βουλή (πίνακας 1 και 2). Παραθέτει, ακόμη, και την κατανομή των εδρών, όπως θα γινόταν αν ίσχυε στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου ο νέος νόμος (πίνακας 3).

Η αρμόδια επιτροπή (Ν. Αλιβιζάτος, Θ. Διαμαντόπουλος, Σ. Δώδος, Η. Νικολακόπουλος, Λ. Παπαδοπούλου, Φ. Σπυρόπουλος), από κοινού με τους Γ. Σωτηρέλη και Θ. Χατζηπαντελή της επιτροπής για τη διοικητική μεταρρύθμιση, αντιστάθηκε στις πιέσεις για ολιγοεδρικές περιφέρειες και προτείνει το σπάσιμο όλων των περιφερειών σε μονοεδρικές.

Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση της Αθήνας που θα διαιρεθεί σε 36 μονοεδρικές, της Θεσσαλονίκης που θα σπάσει σε 14 και του Πειραιά που θα βγάζει 7. Τελειώνουν έτσι οι βουλευτές-βαρόνοι και η ανάγκη εξάρτησης των υποψηφίων από δαπάνες και προσβάσεις προβολής.

Η συναίνεση
Στόχος της κυβέρνησης είναι να αποσπάσει τη συναίνεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ώστε ο νέος νόμος να εφαρμοστεί άμεσα. Συνεργάτες του πρωθυπουργού θυμίζουν προκαταβολικά πως η Ντ. Μπακογιάννη είχε ταχθεί υπέρ του γερμανικού συστήματος και αναμένουν τη θέση του Α. Σαμαρά.

Το σχέδιο για τον νέο εκλογικό νόμο είναι ένα από τα βασικά χαρτιά που θα καταθέσει η κυβέρνηση την ερχόμενη εβδομάδα στον διάλογο που θα ξεκινήσει για τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται στην οικονομία, τους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο υπουργός Εσωτερικών έχει τη στήριξη του πρωθυπουργού να προχωρήσει στην αλλαγή του εκλογικού συστήματος, καθώς αποτελεί βασική προεκλογική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ. «Με την κατάργηση του σταυρού απελευθερώνουμε το πολιτικό σύστημα από τις δουλείες του ρουσφετιού και του μαύρου πολιτικού χρήματος» σημείωσε στο «Εθνος» χειριστής του σχετικού φακέλου.

Σε ό,τι αφορά στο ενδεχόμενο εσωκομματικών αντιδράσεων εκτιμάται πως «κανείς δεν θα τολμήσει να βάλει θέμα σε αυτή τη συγκυρία».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

 

Read Full Post »

Έχουν Αξία τα Δημοψηφίσματα;*
του Αλεξάνδρου Ντάσκα

Αν κανείς θέλει να αναζητήσει μία χώρα πάσχουσα από «βοναπαρτισμό», από ξενοφοβία, από καταπίεση των μειονοτήτων και καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από ένα «πλειοψηφιοκρατικό» (majoritarian) πολιτικό σύστημα στο χώρο της Ευρώπης, θα πρέπει να στρέψει το βλέμμα του προς το κέντρο του χάρτη. Σε μία μικρή ορεινή χώρα,την Ελβετία. Πολλοί μέχρι σήμερα θεωρούσαμε την Ελβετία υπόδειγμα ορθής διακυβέρνησης, ανθηρής οικονομίας, κοινωνικής συνοχής, ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων, προσήλωσης στο υπέρτατο αγαθό της διεθνούς ειρήνης. Προφανώς βρισκόμασταν σε πλάνη. Για ποιό λόγο η «ξενόφοβη Ελβετία» αποτυγχάνει να μιμηθεί τα εκλεπτυσμένα πολιτικά ήθη και την ευνομία της χώρας μας; Την απάντηση δίνουν τέσσερις διαπρεπείς καθηγητές στην έγκυρη εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής». Η Ελβετία υιοθέτησε τον καταστρεπτικό θεσμό του δημοψηφίσματος, το φρικτό εκείνο θεσμό που ερείδεται επί της «αφελούς» αντίληψης ότι ο πολίτης – κάθε πολίτης – είναι ικανός να αποφασίζει για τη μοίρα της πολιτικής κοινωνίας την οποία συγκροτεί με τους συμπολίτες του… Επί της «αφελούς» αντίληψης ότι οι εξουσίες που κατά το Σύνταγμα εκπορεύονται από το Λαό,είναι προτιμότερο να ασκούνται άμεσα από τον ίδιο και όχι απλά εν ονόματί του… Προφανώς γιαυτό η Ελβετία έχει περιέλθει σήμερα σε αδιέξοδα ενώ αντίθετη είναι ορατή και από το υπερπέραν η ευρυθμία των σύγχρονων αντιπροσωπευτικών (δικομματικών, συνήθως) δημοκρατιών.

Τον σπινθήρα για την πυροδότηση της συζήτησης σχετικά με τη σκοπιμότητα της προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία αποτέλεσε η από το βήμα της Βουλής πρόσκληση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γ. Παπανδρέου προς την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να θέσει το ζήτημα της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος (δημόσιος χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης) στην δεσμευτική κρίση του ελληνικού λαού – πρόταση που απορρίφθηκε ανενδοίαστα και μετά βδελυγμίας σχεδόν από τον πρωθυπουργό. Ευτυχώς στον διάλογο του κυριακάτικου «Βήματος» τα πνεύματα δεν οξύνθηκαν ιδιαίτερα, καθώς και οι τέσσερις καθηγητές, των οποίων οι απόψεις φιλοξενήθηκαν από την εφημερίδα συνέκλιναν στην απαξίωση του θεσμού του δημοψηφίσματος. Με αξιοθαύμαστη ομοφωνία, ανάλογη της οποίας συναντά κανείς μόνο στην Ελβετία – όπου λαός και πνευματική ηγεσία εμμένουν στις αμεσοδημοκρατικές πλάνες τους με τέτοιο πείσμα ώστε να αρνούνται την ένταξη της χώρας τους στην Ε.Ε. (ένα υπερεθνικό μόρφωμα με «δημοκρατικό έλλειμμα» κατά την προσφυή δημοφιλή έκφραση) ώστε να μην απωλέσουν το προνόμιο της αδιαμεσολάβητης συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας τους.

Οι διακεκριμένοι καθηγητές κοι Μουζέλης, Μανιτάκης, Μακρυδημήτρης, Χρυσόγονος διατυπώνουν, με διαφορετικό ο καθένας τόνο τα επιχειρήματα που στηρίζουν την αντίρρησή τους. Ο κος Μακρυδημήτρης αρκείται στην ορθή επισήμανση της αρνητικής διάθεσης του νομοθέτη απέναντι στα δημοψηφίσματα, εκφραζόμενη από την πληθώρα προύποθέσεων και την δυσχέρεια πλήρωσης των τελευταίων για την σπάνια διενέργειά τους, ενώ ο κος Χρυσόγονος στέκεται στην αντισυνταγματικότητα της παράκαμψης της προβλεπόμενης στο αρ. 110 Σ. αναθεωρητικής διαδικασίας, χάριν της λαϊκής ψήφου. Ο κος Μανιτάκης αντίθετα προχωρά και στην πολιτική αξιολόγησή του θεσμού, τον οποίον μέμφεται για το διλημματικό χαρακτήρα του: οι πολίτες δεν είναι δυνατόν να απαντούν με ένα απλό «Ναι» ή «Όχι» σε πολύπλοκα ζητήματα, χωρίς προηγούμενο διάλογο και η επίκληση του δημοψηφίσματος καταλήγει πολιτικό πυροτέχνημα. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι το επιχείρημα του εκείνο που φαίνεται σαν ρητορικό πυροτέχνημα. Αφενός γιατί τον ίδιο διλημματικό χαρακτήρα έχει και η ψήφος των βουλευτών, αφετέρου διότι ο πολιτικός διάλογος που διεξάγεται στο επίπεδο της κοινωνίας, ενισχυμένος και από τη συζήτηση σε κοινοβουλευτικό επίπεδο είναι τόσο αρκετός για τον σχηματισμό γνώμης επί του δημοψηφισματικού ερωτήματος όσο και για την ψήφο στις βουλευτικές εκλογές, που αναδεικνύουν την επιφορτισμένη με το νομοθετικό έργο εθνική αντιπροσωπεία.

Στην ίδια κατεύθυνση και με περισσότερη έμφαση στην πολιτική – κοινωνιολογική πτυχή του ζητήματος κινείται ο κος Μουζέλης. Πέραν της πολυπλοκότητας των επιχειρημάτων, που καθίσταται,κατά τη γνώμη του, απροσπέλαστο εμπόδιο εξαιτίας της θήρας της ακροαματικότητας αντί της αλήθειας από τα ΜΜΕ, η υπονόμευση σημαντικών αλλά μη δημοφιλών μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών και η διακινδύνευση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αποφάσεις μίας αυταρχικής πλειοψηφίας συνιστούν επιπλέον μειονεκτήματα της άμεσης δημοκρατίας. Οι ενστάσεις αυτές δεν μπορούν να απορριφθούν ως αβάσιμες,αντίθετα ισχύουν και στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία! Πράγματι δεν επιχειρείται η χειραγώγηση της κοινής γνώμης από τα ΜΜΕ κατά τις βουλευτικές εκλογές; Ή μήπως τα ισχυρά επιχειρηματικά συγκροτήματα, (και όχι μόνο του Τύπου), στερούνται επιρροής στους βουλευτές διεθνώς; Δεν αναρριχήθηκε στην εξουσία ο Χίτλερ μέσα από τις διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας; Ή μήπως η λαϊκή δυσφορία για τις μεταρρυθμίσεις με κομματικό κόστος δεν εκφράζεται με την ίδια αποτελεσματικότητα στις εθνικές εκλογές; Αλήθεια, κάθε ένα από αυτά τα επιχειρήματα μπορεί να προβληθεί και για το υπάρχον πολιτικό σύστημα και δεν αποτελούν ιδιαίτερα αρνητικά γνωρίσματα της άμεσης δημοκρατίας.Η δημοκρατία είναι συνυφασμένη με τους συγκεκριμένους κινδύνους, στους οποίους ως ύστατη γραμμή άμυνας ορθώνεται η δικαστική λειτουργία, αν και είναι πρακτικά αδύνατον να αποτραπούν οι τραγικές παρεκκλίσεις μίας κοινωνίας που είναι αποφασισμένη να παρεκκλίνει από τη (φυσικοδικαιϊκώς νοουμένη) δημοκρατική νομιμότητα.

Αντίθετα η κριτική του κου Μουζέλη στα δημοψηφίσματα είναι κατά τούτο εύστοχη, στο ότι το αμεσοδημοκρατικό πολίτευμα δεν διαθέτει ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ λαού και πολιτικής ηγεσίας. Μολονότι εννοείται ως μειονέκτημα του συστήματος, αναδεικνύεται στην πραγματικότητα ως το κορυφαίο επίτευγμά του. Ένα σύστημα όπου ο λαός, με τη συγκέντρωση ενός αριθμού υπογραφών και άσχετα από τη βούληση μίας διαφορετικά παντοδύναμης πολιτικής εξουσίας μεταφέρει το κέντρο βάρους της (δυνητικής, έστω) άσκησης της διακυβέρνησης στο εκλογικό σώμα. Χωρίς διαμεσολαβήσεις: α) ισχυρών παραγόντων που προωθούν στο πολιτικό στερέωμα τους εκλεκτούς τους, β) της βούλησης των βουλευτών,που αποκλείεται να ταυτίζεται απόλυτα σε όλα τα θέματα με τη βούληση των εκλογέων τους, γ) πανίσχυρων μηχανισμών που κατʼ ευφημισμόν αποκαλούνται κόμματα, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν περισσότερο ως οργανωμένες μειοψηφίες που συνασπίζονται για την προώθηση των ιδιαιτέρων συμφερόντων τους. Η «κυβερνώσα Βουλή» της Ελβετίας δεν νέμεται την εξουσία, αλλά άρχει των πολιτών της όπως ο Περικλής των αρχαίων Αθηναίων. Διά της πειθούς, όχι διά της ισχύος. Το έργο της είναι συχνά προπαρασκευαστικό, καλύτερος νομοθέτης είναι ο λαός που εξ αρχής έχει κριθεί άξιος να την αναδεικνύει. Και το ίδιο το εκλογικό σώμα ασκούμενο στην πολιτική πρακτική αποκτά με το χρόνο ωριμότητα και υπευθυνότητα. Το κράτος δεν νοείται ως κάτι διακριτό από το λαό, ο πολίτης δεν έχει να προσάψει τις τυχόν αβελτηρίες πουθενά αλλού παρά μόνο τον εαυτό του.

Ανάμεσα στην απαθή και ρέπουσα στο λαϊκισμό στάση της κοινής γνώμης αφενός και στο αντιπροσωπευτικό σύστημα υπάρχει αιτιακή σχέση, αλλά αντεστραμμένη σε σχέση με το σχήμα που οι καθηγητές προτείνουν. Η «θεσμική» εμπιστοσύνη του λαού στους εκπροσώπους του παραμένει θεωρητική, όχι πραγματική. Το υπάρχον σύστημα εκτρέφει την αδράνεια και μάλιστα ενσυνειδήτως. Η απόσταση του λαού από τα κέντρα λήψης αποφάσεων ευνοεί τη μειοψηφία που μετέχει σε αυτά. Και η sub specie auctoritatis απαξίωση του πλέον δημοκρατικού θεσμού είναι απλά ο καλύτερος σύμμαχος της.

——————————————-
*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα».

Read Full Post »

Μετανάστες: “Συνταγματικό τόξο” για την Ελλάδα

του Ν. Κ. Αλιβιζάτου

«Σε λιγότερο από έξι χρόνια, η Γερμανία κατέστρεψε τις ηθικές δομές του δυτικού κόσμου, διαπράττοντας εγκλήματα που κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί· όσο για τους νικητές, μετέτρεψαν σε στάχτη τα μνημεία ενός χιλιόχρονου γερμανικού πολιτισμού. (…) Τα ανωτέρω δύο τραύματα εξηγούν γιατί οι αναμνήσεις του τελευταίου πολέμου είναι τόσο επώδυνες (…)».
ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ (1950)

Με το ανωτέρω απόσπασμα από συνέντευξη της μεγάλης Αμερικανίδας φιλοσόφου κλείνει το πρώτο κεφάλαιο της «Ιστορίας της Ευρώπης και του κόσμου από το 1945», που συνέγραψαν από κοινού Γάλλοι και Γερμανοί εκπαιδευτικοί για τη Γ΄ τάξη του λυκείου των σχολείων τους (εκδ. Klett & Nathan, 2006, σ. 15). Ξεκινώντας από αυτό τo χωρίο, οι μαθητές των δύο χωρών – «προαιώνιων εχθρών» στην Ευρώπη μέχρι πρότινος- καλούνται σήμερα να απαντήσουν στο ερώτημα: «Ποια ήταν η ιδιαιτερότητα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου;».

Το βιβλίο αυτό μού το θύμισαν δύο περιστατικά ακραίας πολιτικής συμπεριφοράς της πρόσφατης επικαιρότητάς μας: από τη μια, η οξύτατη επίθεση που δέχθηκε η καθηγήτρια Θάλεια Δραγώνα, μετά τον διορισμό της ως ειδικής γραμματέως στο υπουργείο Παιδείας. Και, από την άλλη, οι αντιδράσεις που προκάλεσε το νομοσχέδιο, που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Εσωτερικών, για την πολιτογράφηση και τα δικαιώματα των μεταναστών.

Αξίζει να θυμίσει κανείς πολύ επιγραμματικά τα γεγονότα:

Η μεν κ. Δραγώνα δεν επικρίθηκε για κάποια απόφαση που πήρε η ίδια ή το υπουργείο Παιδείας, ούτε καν για κάποια εξαγγελία. Κατηγορήθηκε αναδρομικά για απόψεις που είχε διατυπώσει σε συλλογικό επιστημονικό βιβλίο, που κυκλοφόρησε πριν από αρκετά χρόνια, για τον εθνοκεντρισμό στην εκπαίδευση («Τι είν’ η πατρίδα μας;», Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1997). Αν ο κ. Γ. Καρατζαφέρης και οι βουλευτές του (ή, τουλάχιστον, ο εξ αυτών «διανοούμενος») είχαν μπει στον κόπο να ελέγξουν τις παραπομπές που έκαναν στο έργο της κ. Δραγώνα από φυλλάδιο μιας ένωσης αποστράτων, θα διαπίστωναν ότι πρόκειται για κλασική περίπτωση παραποίησης κειμένου και διαστρέβλωσης νοήματος.

Για παράδειγμα, πουθενά η κ. Δραγώνα δεν χαρακτηρίζει «ρατσιστή» όποιον αποσιωπά τη σημασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επισημαίνει απλώς -χωρίς μάλιστα να κάνει κανένα δικό της σχόλιο- αποσιωπήσεις σημαντικών γεγονότων από την ιστορία αυτής της χώρας στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια (όπως άλλωστε και της παρουσίας των Eβραίων και άλλων αλλόθρησκων ομάδων στη νεότερη ελληνική ιστορία).

Οσο για το νομοσχέδιο του κ. Ραγκούση, ο προσεκτικός αναγνώστης, αν ενδιαφερόταν για την ουσία και όχι μόνο για εντυπώσεις, θα διαπίστωνε πολύ εύκολα ότι περιέχει τόσες ασφαλιστικές δικλίδες για την αποτροπή καταχρήσεων, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ακόμη και άτολμο.

Σε ό, τι αφορά, ειδικότερα, την ιθαγένεια των παιδιών μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα (β΄ γενιά μεταναστών), η προβλεπόμενη προϋπόθεση ότι ο ένας τουλάχιστον από τους γονείς θα πρέπει να κατοικεί νόμιμα στη χώρα «επί πέντε συνεχή έτη» (ή το παιδί να έχει παρακολουθήσει 3 ή 6 χρόνια τουλάχιστον σε ελληνικό σχολείο), περιορίζει πολύ την πιθανότητα καταστρατηγήσεων. Το ίδιο και η 5ετής νόμιμη διαμονή στην Ελλάδα, που προβλέπεται ως προϋπόθεση για την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης από ενηλίκους. Εξαιρετικά αυστηρές εξάλλου είναι και οι προϋποθέσεις για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των μεταναστών στις δημοτικές και μόνον εκλογές. Σε αυτές, υπενθυμίζεται ότι ούτως ή άλλως από ετών ψηφίζουν και οι κοινοτικοί αλλοδαποί αν το επιθυμούν, δηλαδή σήμερα οι Ρουμάνοι και οι Βούλγαροι που κατοικούν στη χώρα μας.

Οσο για την ένσταση ότι περιορίζει τάχα τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας η εισαγόμενη υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις αρνητικές αποφάσεις της σε αιτήσεις πολιτογράφησης, μόνον απορία προκαλεί. Διότι την αιτιολογία αυτή επιβάλλει η στοιχειώδης συνέπεια προς την αρχή του κράτους δικαίου, την οποία η ΕΣΔΑ κατοχυρώνει σήμερα για όλους (και όχι μόνο για τους ημεδαπούς). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γαλλία, χώρα εκ παραδόσεως διστακτική σε τέτοιου είδους ζητήματα, καθιέρωσε την υποχρεωτική αιτιολογία από το 1993.

Είναι λοιπόν φανερό ότι η πολεμική που ασκήθηκε στα ανωτέρω δύο θέματα απέβλεπε περισσότερο στη δημιουργία εντυπώσεων παρά στο να αναδείξει υπαρκτές διαφωνίες και ατέλειες.

Σε ό, τι με αφορά, αν οι επιθέσεις αυτές προέρχονταν αποκλειστικά από την άκρα δεξιά, θα αδιαφορούσα: διότι από παλιά ο χώρος αυτός, όταν δεν δέρνει τους αντιπάλους του, έχει αναγάγει το ψέμα σε συνήθη μέθοδο και τη διαβολή σε καθημερινή πρακτική. Αποβλέποντας στη σπίλωση και την κατασυκοφάντηση, αδιαφορεί για τα επιχειρήματα.

Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα έντυπα, τα οποία, αν και αυτοκατατάσσονται στον λεγόμενο «προοδευτικό χώρο», δεν ορρωδούν σε χυδαιότητα για να πουλήσουν λίγο περισσότερα φύλλα. Με τους κοινούς συκοφάντες, λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει συζήτηση.

Με απασχολεί, απεναντίας η σύμπλευση με τις ανωτέρω αντιλήψεις ορισμένων πολιτικών -δυστυχώς όχι μόνον της συντηρητικής παράταξης- οι οποίοι, για πρόσκαιρο πολιτικό κέρδος, ενδίδουν σε επικίνδυνες θέσεις για το έθνος, τη φυλή και την «καθαρότητα» των Ελλήνων, θέσεις που θυμίζουν τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης ιστορίας μας. Ο λόγος των πολιτικών αυτών, όταν δεν είναι μισαλλόδοξος, θυμίζει την περίφημη αποστροφή του Γ. Παπαδόπουλου προς τους Ευρωπαίους, ότι «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς μαζεύατε βελανίδια!».

Στην πολυπολιτισμική Ευρώπη του ανοίγματος προς τον έξω κόσμο, τέτοιου είδους επιχειρήματα θεωρούνται φαιδρά ακόμη και στους συντηρητικούς κύκλους. Για τους μετανάστες και την ένταξή τους στις κοινωνίες τους, πολιτικοί όπως ο Σαρκοζί και η Μέρκελ δεν ενδίδουν σε ιδεολογήματα, αλλά συζητούν επί της ουσίας. Το ίδιο και τα κεντροδεξιά κόμματα σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Φινλανδία, ακόμη και το συντηρητικό Λουξεμβούργο που, τα τελευταία χρόνια, μεταρρύθμισαν ριζικά το δίκαιο της ιθαγένειάς τους. Ας διδαχθεί από τις εμπειρίες τους ο κ. Αντ. Σαμαράς.

«Ομως», θα αντέτειναν πιθανόν οι εγχώριοι ξενόφοβοι, «η Ελλάδα δεν είναι σαν το Βέλγιο ή την Ολλανδία. Εχει εκκρεμή εθνικά θέματα. Μόνον αφελείς και ανιστόρητοι υποστηρίζουν απόψεις σαν τις δικές σας».

Δεν υποτιμώ τις εθνικές ιδιαιτερότητες. Πιστεύω, εν τούτοις, ότι τριάντα χρόνια μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ενωμένη Ευρώπη, αυτά που ενώνουν τη χώρα μας με τις χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τη χωρίζουν. Και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν δικαιολογούν τόσο σοβαρές αποκλίσεις από τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.

Το 1945, όταν απελευθερώθηκε η Ιταλία, τα κόμματα της εθνικής αντίστασης που μετείχαν στην πρώτη κυβέρνηση της απελευθέρωσης και που ψήφισαν το 1947 το Σύνταγμα της χώρας, συγκρότησαν στην πράξη αυτό που επικράτησε να ονομάζεται «συνταγματικό τόξο» («arco costituzionale»). Ξεπερνώντας για τα «βασικά» τη διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς, θέλησαν έτσι να δείξουν ότι είναι αποφασισμένα να απομονώσουν τον φασισμό, τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία που αυτός εξέφραζε.

Μήπως ήρθε η ώρα να συγκροτηθεί και στη χώρα μας ένα «συνταγματικό τόξο» για την Ελλάδα του αύριο, για την Ελλάδα του κράτους δικαίου, στην υπό διαμόρφωση ενωμένη Ευρώπη;

Φυλετική ή φιλελεύθερη αντίληψη για το έθνος;

Του Νικου Κ. Αλιβιζατου

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για την ιθαγένεια και το εκλογικό δικαίωμα των μεταναστών προκάλεσε δύο ειδών αντιδράσεις: οι πρώτες στάθηκαν σε επιμέρους ρυθμίσεις του –όπως π. χ. στον ελάχιστο χρόνο νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα για την πολιτογράφηση αλλοδαπών– και ζήτησαν περισσότερες εγγυήσεις. Ο κ. Ραγκούσης τις αντιμετώπισε εισάγοντας αρκετές επιπλέον δικλίδες ασφαλείας στο αρχικό σχέδιό του.

Οι δεύτερες ήταν γενικότερες και εξέφραζαν μια ριζική διαφωνία προς την κεντρική ιδέα του νομοσχεδίου: η χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας θα έπρεπε να παραμείνει στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης. Διότι η υπαγωγή της σε σταθερούς κανόνες θα ενθαρρύνει τάχα την παράνομη μετανάστευση. Οσο για τη συμμετοχή των μεταναστών στην πολιτική ζωή της χώρας, δεν βοηθάει απαραιτήτως την κοινωνική ένταξή τους. Αντίθετα, θα αλλοιώσει ανεπίτρεπτα τη σύνθεση του εκλογικού σώματος.

Ο κ. Αντ. Σαμαράς, με το να δεσμευθεί στη Βουλή ότι θα καταργήσει τον νέο νόμο όταν η Νέα Δημοκρατία γίνει ξανά κυβέρνηση, φάνηκε να προσχωρεί σε αυτές τις απόψεις. Βρέθηκε έτσι να συμπλέει με τον κ. Γ. Καρατζαφέρη σε ένα θέμα για το οποίο θα περίμενε κανείς περισσότερη ψυχραιμία εκ μέρους του.

Δεν σκοπεύω να αναφερθώ στις επιμέρους ρυθμίσεις του κυβερνητικού νομοσχεδίου. Πιστεύω ότι ο υπουργός Εσωτερικών και οι συνεργάτες του έχουν δώσει επαρκείς απαντήσεις στις καλόπιστες κριτικές και είμαι βέβαιος ότι θα επιδείξουν την ίδια υπευθυνότητα όταν το νομοσχέδιο συζητηθεί στη Βουλή, σε λίγες μέρες. Θα με απασχολήσει, αντίθετα, το βαθύτερο νόημα της διαφωνίας των «συνολικών» αρνητών του νομοσχεδίου. Και τούτο γιατί οι αντιδράσεις τους –στον βαθμό, βέβαια, που είναι ειλικρινείς και όχι απλώς ψηφοθηρικές– δείχνουν ότι τριάντα και πλέον χρόνια από την ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη, μια παλιά αντιπαράθεση εξακολουθεί να επιβιώνει: η αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια «φυλετική» και μια «φιλελεύθερη» αντίληψη για το έθνος.

Πεμπτουσία της πρώτης, δηλαδή της φυλετικής αντίληψης για το έθνος, είναι η πεποίθηση ότι από την εποχή του Περικλή, αν όχι και του Ομήρου, το ίδιο αίμα ρέει στις φλέβες των κατοίκων της ευλογημένης αυτής περιοχής του κόσμου. Λαός περιούσιος, οι Ελληνες μπορεί να υπέστησαν κατακτήσεις και δηώσεις, μπορεί και να μετανάστευσαν κατά χιλιάδες ώς τα πέρατα της Υφηλίου, κράτησαν, ωστόσο, την ουσία της ελληνικότητάς τους άσπιλη.

Σε αυτό, πάντοτε σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, τους βοήθησε και η Ορθοδοξία, πραγματώνοντας μια μοναδική «σύνθεση»: τη σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, η οποία, μάλιστα, μετά τον Εμφύλιο του 1946 – 49 επιχειρήθηκε να κατοχυρωθεί και συνταγματικά, με τον διαβόητο «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό». Στον όρο αυτόν, προτού η χούντα τον απαξιώσει τελεσίδικα, πνευματικοί άνθρωποι του διαμετρήματος ενός Κων. Τσάτσου έβλεπαν το κυριότερο ανάχωμα προς τον ιδεολογικό κόσμο του «λεγόμενου ιστορικού υλισμού».

Από τον Θεόκλητο Α΄ του αντιβενιζελικού «αναθέματος» (1916) έως τον Χριστόδουλο των ταυτοτήτων (2000) και τους λαλίστατους σημερινούς επιγόνους τους στις Μητροπόλεις Καλαβρύτων και Θεσσαλονίκης, βρίσκει κανείς μεταξύ των υποστηρικτών αυτής της αντίληψης τους οπαδούς της εσωστρέφειας και της «μικράς και εντίμου Ελλάδος». Βρίσκει επίσης τους θιασώτες ενός πρωτόγονου αντισημιτισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν γραφικοί, αν δεν ήταν επικίνδυνοι. Διότι ψαρεύουν στα θολά νερά της ανασφάλειας, που οι ιλιγγιώδεις αλλαγές της εποχής μας γεννούν στα πλατιά λαϊκά στρώματα.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται η φιλελεύθερη αντίληψη για το έθνος. Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στις αρχές του Διαφωτισμού και στην πεποίθηση ότι η ειρηνική συμβίωση μπορεί να επιτευχθεί με την αποδοχή του Συντάγματος ως δεσμευτικού συμβολαίου για την ατομική και τη συλλογική δράση, καθώς και για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων του καθενός. Θεμέλιο του έθνους είναι, με άλλα λόγια, η ειλικρινής προσχώρηση του λαού κάθε χώρας στις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Η γλώσσα, οι κοινές παραδόσεις, η φυλετική καταγωγή και οι δεσμοί αίματος, όσο σημαντικοί παράγοντες και αν είναι, έπονται.

Από την εποχή του Κοραή, η αντίληψη αυτή για το έθνος προσέκρουσε στις οξύτατες επικρίσεις των οπαδών της παράδοσης, της άκριτης επιστροφής στις ρίζες και στις παλιές συνήθειες. Είτε πρόκειται για τους ρομαντικούς υποστηρικτές των κοινοτήτων της τουρκοκρατίας (πολέμιους του κοινοβουλευτισμού) είτε για τους γλωσσαμύντορες, οι πολέμιοι του ανοίγματος και της προόδου δεν μπόρεσαν παρά ταύτα να ανακόψουν την πορεία της χώρας προς τα μπρος: από το 1821, η Ελλάδα έγινε αυτή που είναι χάρη στην τόλμη των ηγετών της άλλης παράταξης, δηλαδή των υποστηρικτών της εξωστρέφειας και των πλατιών οριζόντων.

Ετσι, Αλ. Μαυροκορδάτος, Χαρ. Τρικούπης, Ελ. Βενιζέλος και Κων. Καραμανλής (για να περιοριστώ στους παλαιότερους) συνέδεσαν τις τύχες τους με μια πολιτική σοβαρής προετοιμασίας και συμμαχιών που βρίσκεται πίσω από εμβληματικά γεγονότα, όπως το Ναυαρίνο (1821), η προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881), οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13), ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1917-18) και η ένταξή μας στην ΕΟΚ (1979). Αντίθετα, οι αντίπαλοί τους ήταν πίσω από μια σειρά μαύρων στιγμών της νεότερης Ιστορίας μας, όπως το 1854, το 1897, το 1922 και το 1974. Διότι, από φανατισμό ή αφέλεια, θυσίασαν το ταλέντο τους σε χαμένες υποθέσεις.

Θα ήταν, βέβαια, λάθος να θεωρήσει κανείς ότι τα αμοιβαία όρια φυλετικής και φιλελεύθερης αντίληψης για το έθνος ήταν πάντοτε ξεκάθαρα. Για παράδειγμα, οι οπαδοί της πρώτης –συμπεριλαμβανομένων του Ιω. Μεταξά και του Γ. Παπαδόπουλου– δεν αμφισβήτησαν ποτέ σοβαρά την πρόσδεση της Ελλάδας στη «άθεη» Δύση. Οσο για τους υποστηρικτές της δεύτερης, η αναφορά στην αρχαιότητα και στη γλωσσική συνέχεια του Ελληνισμού δίχως άλλο τους διευκόλυνε σε δύσκολες ώρες. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το φιλελληνικό κίνημα πριν και μετά το 1821 και, πιο πρόσφατα, την εναρκτήρια τελετή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ο Γ. Σεφέρης είναι το καλύτερο παράδειγμα για το πώς οι περισσότεροι από εμάς κουβαλάμε μέσα μας έναν δυτικόστροφο ορθολογιστή κι έναν ρομαντικό Ανατολίτη.

Οταν πάντως διακυβεύονται ζητήματα αρχής, όπως το προκείμενο, δεν επιτρέπεται να πατάει κανείς σε δύο βάρκες: πρέπει να πάρει θέση. Και να αγνοήσει εν ανάγκη το κόστος. Για την Ελλάδα του ανοίγματος, που εμπιστεύεται τις δυνάμεις της και την ευφυΐα του λαού της, η ένταξη στον εθνικό κορμό όσων ξένων αποφάσισαν να συνδέσουν τις τύχες τους μαζί της είναι ζήτημα εθνικής προτεραιότητας.

Οι οπαδοί της μιζέριας, της εσωστρέφειας και του «περήφανου» επαρχιωτισμού θα δυσκολευθούν ασφαλώς να το καταλάβουν. Για όσους από αυτούς είναι καλόπιστοι, το μεγάλο στοίχημα για μας, τους υποστηρικτές του «φιλελεύθερου έθνους», είναι να τους πείσουμε ότι έχουν άδικο.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Παν/μιο Αθηνών.

Το άρθρα δημοσιεύθηκαν στην Καθημερινή της Κυριακής

Read Full Post »