Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Μαρτίου 2015

Το μοντέλο της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης

http://platform.twitter.com/widgets/tweet_button.3b6d1172463333ba9e3a4714e5a08ce6.en.html#_=1426318700785&count=horizontal&counturl=http%3A%2F%2Fwww.tovima.gr%2Fopinions%2Farticle%2F%3Faid%3D504223&dnt=false&id=twitter-widget-0&lang=en&original_referer=http%3A%2F%2Fwww.tovima.gr%2Fopinions%2Farticle%2F%3Faid%3D504223&size=m&text=%CE%A4%CE%BF%20%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BF%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82%20%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CF%8D%CE%B7%CF%82&url=http%3A%2F%2Fwww.tovima.gr%2Fopinions%2Farticle%2F%3Faid%3D504223%23.VQPlaH_tDMc.twitter&via=tovimagr 2
εκτύπωση 
Οι θεμελιωτές της Ενωμένης Ευρώπης οραματίστηκαν ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο που δεν θα μπορούσε να εξυπηρετεί απλά την παραδοσιακή αντίληψη του «κράτους φροντίδας» ή «κράτους φύλακα», αλλά ένα δυναμικό παραγωγικό μοντέλο ενταγμένο στην κοινωνία και στην οικονομία. Το κράτος πρόνοιας δεν θα μπορούσε μόνο να προστατεύει το άτομο από τους κοινωνικούς κινδύνους, αλλά να διασφαλίζει ενεργούς κοινωνικούς ρόλους για όλους τους πολίτες. Η διαμόρφωση των κοινωνικών πολιτικών στην Ευρώπη των «27» δεν θα μπορούσε να έχει μόνο έναν απλό επιδοματικό χαρακτήρα αλλά κυρίως να διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής για την παροχή κινήτρων ένταξης των πολιτών στην παραγωγική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, βασίστηκε σε μια δυναμική κοινωνία με έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, στην έρευνα, στην καινοτομία, στη βιώσιμη ανάπτυξη αλλά και στην κοινωνική συνοχή. Για την επίτευξη των στόχων αυτών προσκλήθηκαν οι χώρες-μέλη της ΕΕ-«27» να αναλάβουν μια σειρά δράσεων που θα αποσκοπούσαν:
α) στην ανάπτυξη υγιούς οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής βασισμένης στην κοινωνία της γνώσης με την ενίσχυση της απασχόλησης, των επενδύσεων, και
β) στην αναμόρφωση και στον εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, επενδύοντας στον άνθρωπο και στο κοινωνικό κεφάλαιο, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η κύρια ερώτηση που προκύπτει σήμερα για την Ελλάδα, την Κύπρο και τις άλλες μνημονιακές χώρες είναι κατά πόσον οι στόχοι για κοινωνική συνοχή και ανάπτυξη συνεξετάστηκαν στην εξειδίκευση των στόχων των μνημονίων. Αξίζει λοιπόν να αναζητήσουμε μια απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Το κράτος πρόνοιας όπως εξελίχθηκε διαχρονικά στην Ελλάδα και στις νότιες χώρες της Ευρώπης έχει δεχθεί πολλές φορές την κριτική της αναποτελεσματικότητας, της προκλητικής γραφειοκρατίας, της πελατειακής συνεργασίας μεταξύ ορισμένων ομάδων και της αδυναμίας διασφάλισης ικανοποιητικών και βιώσιμων παροχών για συντάξεις και μακροχρόνιες υγειονομικές παροχές. Τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση έχει επιδεινώσει τα κοινωνικά προβλήματα και τείνει να εξελιχθεί σε μια σύγχρονη «κρυφή επιδημία» με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία, στην κοινωνία και στα υγειονομικά συστήματα. Οι επιπτώσεις της κρίσης βέβαια διαφοροποιούνται σημαντικά από χώρα σε χώρα ανάλογα με την οικονομική ανάπτυξη, τη δομή και την οργάνωση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και Υγείας κάθε χώρας.
Η Ελλάδα όμως σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης παρουσιάζει συνεχείς αποκλίνουσες τάσεις σε σχέση με τη «μέση Ευρωπαϊκή Αντίληψη». Φθάσαμε στο χαμηλότερο άκρο του «ευρωπαϊκού κοινωνικού γίγνεσθαι» όπως καταγράφεται ανάγλυφα από πολλούς κοινωνικούς και οικονομικούς δείκτες.
Στο ερώτημα «πόσο ευρωπαίοι πολίτες αισθάνεσθε» οι Ελληνες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό αρνητικών απαντήσεων (κατά 54%) έναντι όλων των άλλων ευρωπαίων πολιτών (Λουξεμβούργιοι 12%, Φινλανδοί 21%,  Γερμανοί 25%). Οι Ελληνες φθάσαμε στο περιθώριο της Ευρώπης με τους χαμηλότερους δείκτες ευτυχίας και ευημερίας από όλες τις χώρες της ΕΕ-«27».
Οι πρόσφατες μελέτες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δείχνουν ότι, παρά τη θέσπιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας από το 1983, η Ελλάδα παρουσιάζει τις μεγαλύτερες ανισότητες Υγείας σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-«27». Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι εμφανείς και στους δείκτες βρεφικής θνησιμότητας, όπου για πρώτη φορά ύστερα από 50 έτη παρουσιάζεται αύξηση. Η οικονομική και η κοινωνική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την εκπαίδευση και την αύξηση του κοινωνικού κεφαλαίου που παρατηρήθηκε στη χώρα μας τη μεταπολεμική περίοδο, οδήγησαν στη σημαντική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας. Ειδικότερα μια αύξηση του ΑΕΠ κατά 10% συνέβαλε στη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας κατά 3,3%. Αραγε κατά την τελευταία πενταετία που παρατηρείται μείωση στο ΑΕΠ της χώρας μας κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες πόση θα είναι η αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας; Πόσο θα μειωθεί το προσδόκιμο ζωής; Και ποιες θα είναι οι γενικότερες επιπτώσεις της κρίσης στις μελλοντικές γενιές;
Η ανεργία αφαιρεί μελλοντικά χρόνια παραγωγικής ζωής ιδιαίτερα από τους νέους μας, όπου οι δείκτες ανεργίας έχουν ξεπεράσει το 60%. Επιπλέον η ανεργία δημιουργεί στρες, άγχος, κατάθλιψη και συμβάλλει στην αύξηση της νοσηρότητας από καρδιαγγειακά και άλλες χρόνιες ασθένειες. Οι μελέτες καταγράφουν αύξηση του άγχους στις νέες ηλικίες λόγω της γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας και απογοήτευση των νέων μας από το εκπαιδευτικό σύστημα και τις υποδομές.
Πώς είναι δυνατόν να φανταστούμε την αυριανή κοινωνία με λιγότερα χρόνια επιβίωσης, με συνταξιούχους στα όρια της εξαθλίωσης και με παραγωγικές γενιές που έζησαν τα νιάτα τους σε ανεργία και κατάθλιψη; Οι ευρωπαϊκές έρευνες δείχνουν ότι το 78% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι κατά την περίοδο αυτή της κρίσης έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης με αντίστοιχο εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας. Επιπρόσθετα το 78% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών θα πρέπει να αναπτύξουν «στοχευμένες» κοινωνικές πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η Ευρώπη του Ντελόρ και των άλλων φωτισμένων ηγετών έκτισε το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο.
Ωστόσο σήμερα κάπου λησμονήθηκαν οι ανθρωπιστικές ιδέες και παρατηρείται μια αποδόμηση του μοντέλου αυτού με μονομερή επικέντρωση στη μείωση των κοινωνικών δαπανών. Στα μνημόνια που έχουν υπογραφεί από τις κυβερνήσεις που βρίσκονται σε κρίση δεν υπάρχουν αναλύσεις και αναφορές για τις κοινωνικές επιπτώσεις των μνημονιακών μέτρων. Δεν υπάρχει συζήτηση για τις αυξανόμενες ανισότητες Υγείας, Παιδείας, την αναδιανομή του εισοδήματος και των ευκαιριών απασχόλησης. Πέρα από το οικονομικό μοντέλο, θα πρέπει να εξεταστεί και η αποτελεσματική υλοποίηση των κοινωνικών στόχων του «ξεχασμένου» Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου. Αραγε είναι τυχαίο το πρόσφατο εύρημα ότι το 77% των Ελλήνων, Κυπρίων και Πορτογάλων πιστεύει ότι οι χειρότερες μέρες είναι μπροστά μας;
Ο κ. Γιάννης Υφαντόπουλος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Read Full Post »

Μια αναθεώρηση για τα στοιχειώδη. Νίκος Αλιβιζάτος στην Καθημερινή

Αν η παρούσα Βουλή διαλυθεί χωρίς προηγουμένως να κινήσει τη διαδικασία για την αναθεώρηση του Συντάγματος, το πολιτικό σύστημα της χώρας θα υποστεί ένα ακόμη πλήγμα. Διότι θα εκτεθεί στην κατηγορία ότι έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα· και ότι δεν καταλαβαίνει το βαθύτερο νόημα της κρίσης που περνάμε. Ποιο είναι αυτό; Οτι η εποχή των κενών λόγων και των φρούδων υποσχέσεων παρήλθε ανεπιστρεπτί. Και ότι ο λαός θέλει από τους κυβερνήτες του όχι μόνο να παράγουν έργο, αλλά και να λογοδοτούν ουσιαστικά γι’ αυτό. Γιατί μπορεί μεν το Σύνταγμα να μη φταίει για τα Μνημόνια και τα δεινά που ζούμε, δεν είναι όμως και άμοιρο ευθυνών για την πιο ανησυχητική παρενέργεια της κρίσης: την χωρίς προηγούμενο απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών.
Αναφέρομαι, βέβαια, στα τρωτά του ισχύοντος Συντάγματος, που με ευθύνη, είναι αλήθεια, όχι μόνον των πολιτικών αλλά και όσων από εμάς ασχολούμαστε «επαγγελματικά» με αυτό, διατηρούνται άθικτα έως σήμερα. Πρόκειται για κραυγαλέους αναχρονισμούς, που είναι απορίας άξιο πώς επιβιώνουν σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Το να αφεθούν στην τύχη τους θα έπαιζε το παιχνίδι των άκρων. Γιατί θα αγνοούσε το πάνδημο αίτημα για εξυγίανση, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούσε έμπρακτη ομολογία ότι, στη χώρα μας, μεταρρυθμίσεις για τα βασικά δεν μπορούν να γίνουν.
Για να μη θεωρηθεί ότι η αναθεωρητική πρωτοβουλία αποβλέπει στη δημιουργία εντυπώσεων, πιστεύω ότι θα πρέπει να κινηθεί σε μια μινιμαλιστική λογική. Να μην αφορά δηλαδή το μισό Σύνταγμα, αλλά εκείνες τις διατάξεις του που, κατά γενική ομολογία, είναι αποτυχημένες και που η ιδέα της αναθεώρησής τους έχει ωριμάσει.
Το αντίθετο, η υποβολή δηλαδή πληθωρικών προτάσεων, όπως στο παρελθόν, θα ήταν –ειδικά υπό τις σημερινές συνθήκες– καταδικασμένη να ναυαγήσει. Διότι θα προκαλούσε για μιαν ακόμη φορά έναν ανούσιο ανταγωνισμό εξαγγελιών χωρίς αντίκρισμα, με τους πολίτες να στέκονται αδιάφοροι μπροστά στην επανάληψη μιας παράστασης από τα ίδια. Πολύ περισσότερο που τα χρονικά περιθώρια είναι σήμερα πολύ στενά. Απεναντίας, η επεξεργασία μιας λιτής πρότασης, με 4-5 το πολύ σημεία, όλα για ζητήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με απλούς νόμους, θα έδινε ένα διαφορετικό στίγμα.
Η αντιπολίτευση –και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ– δύσκολα θα μπορούσε να απορρίψει μια τέτοια πρόταση. Διότι θα ήταν σαν να μην ενδιαφέρεται να αλλάξουν ορισμένες ρυθμίσεις, τις οποίες έχει από καιρό καταγγείλει και για τις οποίες μάλιστα έχει συγκροτήσει εδώ και ενάμιση χρόνο μιαν «επιτροπή σοφών». (Ακόμη, σημειωτέον, περιμένουμε τα πορίσματά της.) Θα κινδύνευε, με άλλα λόγια να αυτοαποκλεισθεί από μια συζήτηση, που δίχως άλλο ενδιαφέρει ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης.
Ποιες είναι οι εντοπισμένες προτάσεις, που τα κόμματα του συνταγματικού τόξου δύσκολα θα μπορούσαν να απορρίψουν;
Πρώτον, η αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, ώστε να αφαιρεθεί από τη Βουλή η αρμοδιότητα για τη δίωξη των υπουργών, και να ανατεθεί σε συλλογικό όργανο αποτελούμενο π.χ. από ανώτατους δικαστές (όπως στη Γαλλία) ή από μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Και τούτο, με ταυτόχρονη κατάργηση της σύντομης παραγραφής, που σήμερα προβλέπεται για τα υπουργικά αδικήματα.
Δεύτερον, η χορήγηση βουλευτικής ασυλίας μόνο με απόφαση της Βουλής, ύστερα από αίτημα του εγκαλούμενου βουλευτή, σύμφωνα με το βρετανικό μοντέλο. Και τούτο, με αναθεώρηση του άρθρου 63 του Συντάγματος.
Τρίτον, η εμπλοκή του Προέδρου της Δημοκρατίας στην επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, βάσει καταλόγου που θα του υποβάλλει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (3 ονόματα) και η αντιπολίτευση (2 ονόματα). Και τούτο, με αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος.
Τέταρτον, ίδια ρύθμιση για την επιλογή των προέδρων των Ανεξάρτητων Αρχών, με αναθεώρηση του άρθρου 101Α του Συντάγματος. Ελλείψει συναινέσεων για τα πρόσωπα που θα έπρεπε να στελεχώνουν τις Αρχές αυτές, το εν λόγω άρθρο συμβολίζει την αποτυχία ενός θεσμού, που η εισαγωγή του είχε γεννήσει πολλές ελπίδες.
Τέλος, αλλαγή του τρόπου αναθεώρησης του Συντάγματος ώστε η πενταετής απαγόρευση της αναθεώρησης, σύμφωνα με το άρθρο 110, να περιορίζεται στη διάταξη που αναθεωρήθηκε τελευταία (και όχι σε ολόκληρο το Σύνταγμα, όπως σήμερα). Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να εξετασθεί το ενδεχόμενο να είναι δυνατό να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση και από μία και μόνο Βουλή, αν συμφωνούν τα 2/3 ή τα 4/5 του όλου αριθμού των βουλευτών. Ετσι, η αναθεωρητική διαδικασία θα «αποφορτισθεί» και θα αποκτήσει το νόημα που έχει σε όλες τις συνταγματικά ώριμες δημοκρατίες: μια ευκαιρία για τη διόρθωση σφαλμάτων και για καλά μελετημένες καινοτομίες.
Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής όλων των ανωτέρω προτάσεων; Είναι –για να θυμηθούμε μια διατύπωση άλλοτε προσφιλή στον κ. Σαμαρά– η υπέρβαση της στενά κομματικής λογικής, χάριν του «γενικού καλού». Είτε πρόκειται για τη λογοδοσία των πολιτικών (την οποία επιδιώκουν να διασφαλίσουν οι προτάσεις 1 και 2) είτε για την απεμπλοκή των κομμάτων από ζητήματα για τα οποία δεν θα έπρεπε να έχουν λόγο (προτάσεις 3 και 4), πρόκειται για πρωτοβουλίες που αν υιοθετούνταν θα έδειχναν ότι τα κόμματα είναι διατεθειμένα να θυσιάσουν λίγη εξουσία για να κερδίσουν το μείζον: τη χαμένη αξιοπιστία τους και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Μία τελευταία παρατήρηση για τους «αναθεωρητικώς αδημονούντες»: ασφαλώς και επείγει η απαλλαγή του Συντάγματος από αναχρονιστικές διατάξεις (όπως π.χ. εκείνη του άρθρου 16, που απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων). Το ίδιο και η διόρθωση αρκετών άλλων, ώστε π.χ. να διασφαλισθεί μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα στη λήψη των αποφάσεων, χωρίς να θυσιάζεται η διαφάνεια. Για τις διατάξεις αυτές, εν τούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και απέχουμε από το να έχουμε βρει λύσεις γενικότερης αποδοχής.
Για τις λύσεις αυτές, η πέμπτη και τελευταία από τις ανωτέρω προτάσεις επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση στο forum της δημόσιας διαβούλευσης. Διότι τα κόμματα, απαλλαγμένα από το άγχος της πενταετούς αναθεωρητικής αδράνειας, θα μπορέσουν πιο άνετα να τις μελετήσουν, να τις εντάξουν στο πρόγραμμά τους και να διεκδικήσουν και γι’ αυτές την ψήφο του λαού. Υπάρχει δημοκρατικότερος τρόπος για να πραγματοποιηθούν οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις, που έχει σήμερα τόση ανάγκη το πολίτευμα της χώρας μας;

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο

Read Full Post »