Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Μαΐου 2010

Αντώνης Μανιτάκης: Το συνταγματικό δικαίωμα στη μονιμότητα
<!–

Αντώνης Μανιτάκης: Το συνταγματικό δικαίωμα στη μονιμότητα

–>

 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/04/2010

ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΝΙΤΑΚΗ*

Η συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, όπως κατοχυρώνεται σήμερα στο άρθρο 103 παρ. 4, είναι πολύ παλιά και καθιερώθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1911 με την έλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ως δραστική αντιμετώπιση της κομματικής φαυλοκρατίας και ασυδοσίας, που επικρατούσε μέχρι τότε, σχετικά με τους διορισμούς και τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Κάθε πολιτική παράταξη που κέρδιζε τις εκλογές φρόντιζε να απολύει όλους τους υπαλλήλους που είχε διορίσει η προηγούμενη κυβέρνηση και να τους αντικαθιστά με τους δικούς της. Οι απολυμένοι συγκεντρώνονταν σε ένδειξη διαμαρτυρίας στην πλατεία της πόλεως των Αθηνών και έκλαιγαν απελπισμένοι τη μοίρα τους. Η πλατεία αυτή ονομάστηκε, εκ του λόγου αυτού, πλατεία Κλαυθμώνος.

Εκατό χρόνια ακριβώς μετά το σημαδιακό αυτό ιστορικό προηγούμενο, η μοίρα αυτού του τόπου μάς αναγκάζει, αντί να γιορτάσουμε την επέτειό του, να ξαναθυμηθούμε τη νομική και θεσμική σημασία του και να συμπυκνώσουμε το νόημά του, όπως μας το κληροδότησε η εκατονταετής εφαρμογής της μονιμότητας από τον νομοθέτη και τη διοίκηση και όπως το ερμήνευσε η συνταγματική μας νομολογία. Ήδη πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε διευκρινίσει ότι η κατάλυση της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, την οποία επιφέρει αναγκαστικά η ενδεχόμενη νομοθετική κατάργηση της οργανικής θέσης που κατέχει ο δημόσιος υπάλληλος ανατρέπεται και η απόλυση του δημοσίου υπαλλήλου αποτρέπεται, όταν ο νομοθέτης προβλέψει ταυτόχρονα με την κατάργηση τη δημιουργία νέων θέσεων όμοιων με τις καταργημένες. Τότε ο υπό απόλυση δημόσιος υπάλληλος έχει δικαίωμα διορισμού και αυτοδίκαιης ένταξης στις νέες οργανικές θέσεις. Στην απόφαση π.χ. 1725/1955, που επιβεβαιώνει προγενέστερη νομολογία, το ΣτΕ διακήρυξε ότι «οι δημόσιοι υπάλληλοι οι απολαύοντες της κατά το Σύνταγμα μονιμότητος διατηρούσι ταύτην […] και εις περίπτωσιν καθ’ ην αι κατεχόμεναι υπ’ αυτών θέσεις μεταφέρονται εκ της δημοσίας υπηρεσίας εις το υφιστάμενον ή νεοϊδρυόμενον νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου».

Έκτοτε, παγίως ο νομοθέτης όταν καταργούσε οργανικές θέσεις για διαφόρους λόγους, μεταξύ των οποίων και η αναδιάρθρωση υπηρεσιών, φρόντιζε να εντάσσει τους υπαλλήλους των οποίων οι θέσεις καταργούνταν στις νέες θέσεις που δημιουργούνταν. Όταν οι νεοϊδρυόμενες θέσεις ήταν κατ’ ουσίαν όμοιες προς αυτές που καταργήθηκαν γινόταν παγίως δεκτό ότι αναβίωνε η συνταγματική προστατευόμενη μονιμότητα του απολυθέντος λόγω καταργήσεως της οργανικής θέσης. Η περίπτωση της αναβίωσης θα πρέπει να διακριθεί πάντως από τη διατήρησή της λόγω αυτοδίκαιης ένταξης, διότι είναι κάτι το διαφορετικό και το επιπλέον. Αυτό αποτελούσε μια πάγια πρακτική, η οποία λειτουργούσε ως έμπρακτη ερμηνεία της συνταγματικής εγγύησης της μονιμότητας και αποτέλεσε τη βάση για τη θεμελίωση ενός συνταγματικού πλέον δικαιώματος των δημοσίων υπαλλήλων στη μονιμότητα.

Έτσι μπορούμε σήμερα να ισχυριστούμε ότι από το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος απορρέει ένα συνταγματικό δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων στη μονιμότητα, το οποίο αναβιώνει μόλις ανασυσταθούν μετά από συγχώνευση, αναδιάρθρωση ή ανασύνταξη δημοσίων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου θέσεις όμοιες από άποψη αντικειμένου ή καθηκόντων με αυτές που καταργούνται. Δημιουργείται δηλαδή, ακόμη και αν έχουν εν τω μεταξύ απολυθεί, ένα δικαίωμα αυτοδίκαιου επαναδιορισμού τους. Η αναβίωση αυτή της μονιμότητας δεν αφορά συγκεκριμένα τις νέες θέσεις που ιδρύονται, που μπορεί να είναι και λιγότερες από τις καταργούμενες, αλλά γενικά και αφηρημένα τις δημόσιες υπηρεσίες ή τη δημόσια υπηρεσία με τη λειτουργική του όρου έννοια, που επιτελεί όμοια καθήκοντα και εξυπηρετεί τις ίδιες ανάγκες.

Οι υπό απόλυση δημόσιοι υπάλληλοι λόγω νομοθετικής κατάργησης της θέσης τους διαθέτουν άρα συνταγματικό δικαίωμα διορισμού ή επανένταξης ή μετάταξης γενικά στο Δημόσιο, ακόμη και σε άλλη ή παρεμφερή με την καταργούμενη δημόσια υπηρεσία, εφόσον μεταξύ των άλλων, όλα αυτά τα χρόνια, τους δημιουργήθηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι το συνταγματικό τους δικαίωμα στη νομιμότητα δεν είναι δυνατόν να το θίξει ο κοινός νομοθέτης.

Το πόσο δίκαιη και δικαιολογημένη είναι αυτή η πεποίθηση των εν λόγω υπαλλήλων είναι πιστεύω περιττό να αναλύσω. Δεν τολμώ να φανταστώ ότι θα υπάρξει ελληνική κυβέρνηση που θα επιχειρήσει το αντίθετο, το οποίο θεωρώ ούτως ή άλλως απάνθρωπο: και μόνη η σκέψη του με ξεπερνά ως νομικό, ως συνταγματολόγο, ως δημοκρατικό πολίτη.

* Ο Αντώνης Μανιτάκης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

Από Αυγή

Read Full Post »

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα: Ποιες και Γιατί κατά την παρούσα οικονομική κρίση

4 Μαρτίου, 2009 | Πέτσας Στυλιανός |
Οι απόψεις που εκφράζονται εδώ είναι αποκλειστικά και μόνο του συγγραφέα

imagescrisis1Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αναλαμβάνονται από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, αποσκοπούν να καταστήσουν περισσότερο ευέλικτες τις αγορές εργασίας και προϊόντων, να ενισχύσουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών και τη μακροχρόνια δυνητική ανάπτυξη. Από την εμπειρία των περασμένων δεκαετιών προκύπτει ότι η εμφάνιση σοβαρών κρίσεων συνδέεται με υλοποίηση μεγάλων σε έκταση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νέα Ζηλανδία, την Ολλανδία, τη Σουηδία ή τη Φινλανδία από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, όπου η ισχνή ανάπτυξη και η υψηλή ανεργία αποτέλεσαν τη βάση για ανάληψη βαθιών τομών στις αγορές εργασίας και προϊόντων καθώς και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ώθηση στις μεταρρυθμίσεις σε περιόδους κρίσεων μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι κρίσεις αποκαλύπτουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, οι οποίες συγκαλύπτονταν κατά τη διάρκεια της ανοδικής φάσης του οικονομικού κύκλου, αυξάνουν την πολιτική πίεση στις κυβερνήσεις ώστε να δράσουν άμεσα και μειώνουν την αντίσταση στην αλλαγή. Στο πλαίσιο αυτό, η χώρα μας γίνεται δέκτης συστάσεων (π.χ. πλέον πρόσφατα το Φεβρουάριο 2009 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και από την Τράπεζα της Ελλάδος) για επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε τομείς όπως οι αγορές εργασίας και προϊόντων, στο ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό καθώς και στην ποιότητα άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να ενισχυθεί η ευρωστία (resilience) της οικονομίας και η μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών (fiscal sustainability).

Όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ ενισχύουν την ευρωστία της οικονομίας και τη μακροχρόνια δυνητική ανάπτυξη, ενδέχεται να έχουν και σημαντικές βραχυχρόνιες επιπτώσεις τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στην αναδιανομή του παραγόμενου εισοδήματος. Υπό το φως της παρούσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, με δεδομένη την αδυναμία του εξωτερικού περιβάλλοντος (π.χ. πτώση εξωτερικής ζήτησης και επενδύσεων), είναι σημαντικό να προωθηθούν εκείνες οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες ενισχύουν την συνολική εσωτερική ζήτηση. Πράγματι στην πρόσφατη έκδοση του Going for Growth (GfG 2009), ο ΟΟΣΑ περιλαμβάνει σχετικό κεφάλαιο στο οποίο γίνεται διάκριση μεταξύ των μακροχρόνιων και των βραχυχρόνιων συνεπειών των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και επισημαίνονται μεταρρυθμίσεις που μπορεί να έχουν βραχυπρόθεσμα το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ανάλυση αυτή είναι πολύτιμη για τη χώρα μας, η οποία στην προσπάθειά της να επιταχύνει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να αντιμετωπίσει τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας πρέπει να αποφύγει λάθη του παρελθόντος και να διαμορφώσει μια «συναινετική στρατηγική» τη διετία 2009-2010 που θα εστιάσει τις προσπάθειές της στις μεταρρυθμίσεις που δίνουν «διπλό μέρισμα»: βοηθούν στην έξοδο από την κρίση μέσω τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης (demand-side policies), ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν τη μακροχρόνια ενίσχυση της προσφοράς (supply-side policies). Είναι κρίσιμο να υπάρχει σωστή διαδοχή (sequencing) των μεταρρυθμίσεων. Η συνταγή της αποτυχίας είναι να προσπαθήσει να τα κάνει κανείς όλα και ταυτόχρονα σε εποχή κρίσης. Στις επόμενες γραμμές παρουσιάζονται ορισμένες πιθανές πτυχές μια τέτοιας στρατηγικής.

Δημοσιονομική πολιτική: Η χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τονώσει την εσωτερική ζήτηση μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών, της αύξησης των δημοσίων δαπανών, ή/και της αναδιάρθρωσης των δαπανών του προϋπολογισμού. Επίσης, μπορεί να διευκολύνει την οικοδόμηση συναίνεσης για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις μειώνοντας την αντίσταση σε αυτές (π.χ. παρέχοντας αποζημίωση στις κοινωνικές/επαγγελματικές ομάδες που θίγονται από αυτές). Δεδομένου ότι ήδη οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ έχουν εξαγγείλει μέτρα (fiscal stimulus packages) που οδηγούν σε δημοσιονομική χαλάρωση, η προσοχή θα πρέπει να δοθεί ώστε η χαλάρωση αυτή να μην επιδρά αρνητικά στη μελλοντική ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, κλαδικές ενισχύσεις/επιδοτήσεις σε κλάδους που δεν ενέχουν συστημικό κίνδυνο, μάλλον συγκαλύπτουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες και καθυστερούν την αναγκαία προσαρμογή και πρέπει να αποφεύγονται καθώς μειώνουν τη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη και ενισχύουν τον προστατευτισμό. Σε περίπτωση που έχουν χορηγηθεί τέτοιες ενισχύσεις θα πρέπει να καταργηθούν αμέσως μόλις αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας.

Φορολογικές μεταρρυθμίσεις: Μελέτη του ΟΟΣΑ σχετικά με την φορολογία και την οικονομική ανάπτυξη, έχει δείξει ότι υπάρχει μια ιεράρχηση στις φορολογικές κατηγορίες σχετικά με το βαθμό αρνητικής επίδρασης τους στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, οι φόροι περιουσίας/κεφαλαίου προκαλούν τις λιγότερες στρεβλώσεις και έχουν τη μικρότερη δυνατή αρνητική επίπτωση στην μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη. Έπονται κατά σειρά, οι φόροι κατανάλωσης, η φορολόγηση των φυσικών προσώπων και η φορολόγηση των κερδών των επιχειρήσεων. Ουδέτερη, από πλευράς εσόδων, φορολογική μεταρρύθμιση, θα πρέπει να αποσκοπεί στην μείωση των εσόδων που προέρχονται από πηγές που προκαλούν υψηλές στρεβλώσεις (όπως η φορολογία εισοδήματος) και στην αύξηση των εσόδων από πηγές που προκαλούν λιγότερες στρεβλώσεις (όπως η φορολογία ακίνητης περιουσίας). Επίσης, η ένταση του φορολογικού ανταγωνισμού σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης ευνοεί την μετακίνηση προς περισσότερο σταθερές φορολογικές βάσεις, όπως είναι η φορολογία ακίνητης περιουσίας. Ήδη στη χώρα μας η φορολογική μεταρρύθμιση κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, πιθανή, νέα, μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων στην παρούσα συγκυρία δεν αναμένεται να έχει ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα για την αντιμετώπιση της κρίσης και την αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, καθώς ήδη οι επιχειρήσεις θα καταβάλλουν μικρότερο ή και καθόλου φόρο λόγω μείωσης της κερδοφορίας τους ή και εμφάνισης ζημιών. Επίσης μια τέτοια μείωση στη φορολογία των επιχειρήσεων θα είναι πολύ δύσκολο να αντιστραφεί αργότερα αφήνοντας σημαντικό κενό στο ισοζύγιο του προϋπολογισμού που θα πρέπει να καλυφθεί από αύξηση της φορολογίας σε άλλες κατηγορίες ή από μείωση των δημοσίων δαπανών. Αντίθετα, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των χαμηλόμισθων μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα καθώς αυτές οι ομάδες εργαζομένων εμφανίζουν υψηλότερη ροπή προς κατανάλωση, σε σχέση με υψηλότερου εισοδήματος εργαζομένους. Ταυτόχρονα μια τέτοια μείωση, δεδομένης της σχετικά υψηλής επιβάρυνσης (φόροι και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης) των χαμηλόμισθων στην Ελλάδα, μάλλον θα ενισχύσει την απασχόληση και θα μειώσει την ανεργία μακροπρόθεσμα (ιδίως των νεοεισερχομένων – νέων και γυναικών -στην αγορά εργασίας).

Επίσης, θα μπορούσε να συζητηθεί, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης των φόρων κατανάλωσης μέσω της καθιέρωσης ενός «ενιαίου» (single) συντελεστή ΦΠΑ. Ένας τρόπος μέτρησης του εύρους της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ είναι ο δείκτης “C-efficiency» του ΦΠΑ, ο οποίος εκφράζει τα συλλεχθέντα έσοδα του τρέχοντος ΦΠΑ μιας χώρας ως ποσοστό των εσόδων που θα είχαν εισπραχθεί εάν ο «κανονικός» συντελεστής ΦΠΑ τύγχανε εφαρμογής σε όλη την κατανάλωση. Υψηλό ποσοστό υποδεικνύει ότι εφαρμόζεται ένας ενιαίος συντελεστής ΦΠΑ με αποδοτική και αποτελεσματική συλλογή εσόδων από τη διοίκηση, ενώ χαμηλό ποσοστό δείχνει ότι υπάρχουν εξαιρέσεις ή περισσότεροι του ενός συντελεστές ΦΠΑ ή αναποτελεσματική φορολογική διοίκηση, ή συνδυασμός των τριών περιπτώσεων. Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα, ως μέσο όρο τα έτη 2002-2004, εμφανίζει ποσοστό “C-efficiency” του ΦΠΑ κοντά στο 50% (έβδομη χειρότερη επίδοση στον ΟΟΣΑ) ενώ οι επιδόσεις των υπολοίπων κρατών-μελών κινούνταν από 31,8% (Μεξικό) έως 100% (Νέα Ζηλανδία). Λαμβάνοντας υπόψη ότι, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης αυξάνει την αποδοτικότητα (efficiency) του συστήματος ενώ, αντίθετα, οι υψηλοί συντελεστές ενισχύουν την παραοικονομία, σε χώρες όπως η Ελλάδα με χαμηλό δείκτη “C-efficiency”, ιδίως στις συνθήκες της τρέχουσας κρίσης, είναι προτιμότερη η μείωση του «κανονικού» συντελεστή ΦΠΑ από το 19% στο π.χ. 18% (το 2009) και στο 17% (το 2010) με καθιέρωση ενός ενιαίου χαμηλότερου συντελεστή (π.χ. 10% το 2009 και 12% το 2010), στον οποίο θα ενοποιούνταν όλες οι ειδικές περιπτώσεις και εξαιρέσεις που υφίστανται σήμερα. Με τον τρόπο αυτό μάλλον θα αυξηθούν παρά θα μειωθούν τα έσοδα ενώ θα αισθανθούν οι καταναλωτές, η «αγορά» και οι συνεπείς φορολογούμενοι ότι λαμβάνονται μέτρα αντικυκλικής πολιτικής με στόχο την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Μετά το 2011 μπορεί να εξεταστεί η περαιτέρω αναμόρφωση του συστήματος στην κατεύθυνση της ενοποίησης, απλοποίησης και διαφάνειας.

Μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων: Οι μεταρρυθμίσεις που φιλελευθεροποιούν κλειστές αγορές, ιδίως επιχειρήσεις δικτύων υπό κρατικό έλεγχο (π.χ. τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, μεταφορές), δυνητικά αυξάνουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων και την προσφορά νέων προϊόντων ή/και υπηρεσιών με αποτέλεσμα την αύξηση της εσωτερικής ζήτησης. Σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση αυτών των αγορών με θετικά αποτελέσματα στην τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Το ίδιο ισχύει και στη χώρα μας ιδίως στην ενέργεια και τις μεταφορές. Αντίθετα άλλες μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εισόδου και εξόδου των επιχειρήσεων, στην παρούσα συγκυρία αδύναμης οικονομικής δραστηριότητας είναι πιθανότερο να οδηγήσουν σε καθαρή εκροή επιχειρήσεων με αρνητικά αποτελέσματα, βραχυπρόθεσμα, στην ανεργία και στην κατανάλωση.

Μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας: Η μείωση της ακαμψίας στην αγορά εργασίας και η μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, μακροπρόθεσμα, αυξάνουν την απασχόληση, μειώνουν την ανεργία και την ανισότητα και βελτιώνουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Όμως, η χαλάρωση της προστασίας της εργασίας (Employment Protection Legislation-EPL) και η μείωση του κόστους των απολύσεων, ιδίως σε περίοδο κρίσης, αυξάνει την ανασφάλεια (job insecurity) και έτσι μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, καθώς μπορεί να μειώσει την κατανάλωση των εργαζομένων που θεωρούν τον εαυτό τους ευάλωτο σε πιθανές απολύσεις. Επίσης, μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού συστήματος που αποσκοπούν στη μείωση των αναλογιστικών ελλειμμάτων και των παροχών στους δικαιούχους, μπορεί να οδηγήσουν σε προληπτική αύξηση των αποταμιεύσεων (precautionary savings) στην προσπάθειά των δικαιούχων να αντισταθμίσουν την απώλεια των μελλοντικών τους εισοδημάτων από συντάξεις και των αυξημένων δαπανών τους για υγειονομική περίθαλψη. Στη χώρα μας προέχει η υλοποίηση των ρυθμίσεων της πρόσφατης συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης (ν. 3655/2008) ενώ οποιαδήποτε νέα μεταρρύθμιση θα έχει καλύτερα αποτελέσματα εάν δρομολογηθεί μετά το πέρας της οικονομικής κρίσης.

Δημόσιες επενδύσεις: Το κράτος μπορεί να αποφασίσει να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές (infrastructure), αφενός για να ενισχύσει τη μακροχρόνια δυνητική ανάπτυξη και αφετέρου για να αυξήσει βραχυπρόθεσμα την απασχόληση, καθώς οι επενδύσεις σε υποδομές είναι έντασης εργασίας. Όμως, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων σε υποδομές για να βοηθήσει στην έξοδο από την παρούσα κρίση προϋποθέτει την ύπαρξη «ώριμων» επενδυτικών σχεδίων, ώστε η επιτάχυνση υλοποίησής των να έχει άμεσα αποτελέσματα, ενώ θα πρέπει να υιοθετούνται έργα κατόπιν προσεκτικής ανάλυσης κόστους/αποτελέσματος (αναλυτικά σε προηγούμενη ανάρτηση ” Παγκόσμια οικονομική κρίση: οι αιτίες και η αντιμετώπιση της“). Ιδίως η αύξηση των επενδύσεων σε υποδομές που σχετίζονται με την εκπαίδευση, παρέχει βραχυπρόθεσμα αύξηση της ζήτησης, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει μακροπρόθεσμα τη δυνητική ανάπτυξη, καθώς οι επενδύσεις στην εκπαίδευση έχουν θετικά αποτελέσματα στην αύξηση του “ανθρώπινου κεφαλαίου” (human capital) αρκετά χρόνια μετά την πραγματοποίηση της επένδυσης.

Ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης: Τομείς οι οποίοι μπορεί να έχουν άμεσα θετικά αποτελέσματα είναι η αύξηση των δαπανών για ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (Active Labor Market Policies-ALMP) και για μικρής διάρκειας προγράμματα αρχικής και συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ώστε να αυξάνεται η απασχολησιμότητα των εργαζομένων και να ενθαρρύνονται οι νυν άνεργοι στην αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης μπορεί να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ διαφόρων κλάδων της οικονομίας και να συμβάλλουν στην αναδιάρθρωση της, προς όφελος περισσότερο ανταγωνιστικών κλάδων.

Αντί Επιλόγου: Οι μεταρρυθμίσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, εάν δρομολογηθούν, βραχυπρόθεσμα, συνεπάγονται αύξηση των δημοσίων δαπανών (π.χ. για δημόσιες επενδύσεις) ή/και απώλεια εσόδων (π.χ. μείωση εισφορών κοινωνικής ασφάλισης). Ήδη στο σχέδιο της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, (Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης 2008-2011), γίνεται δεκτή η απώλεια εσόδων και η αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση της κρίσης, ενώ τονίζεται ότι η, αναγκαία, δημοσιονομική προσαρμογή, στη διάρκεια της τριετίας, θα προέλθει κυρίως από το σκέλος των δαπανών. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στον έλεγχο των δαπανών και την υλοποίηση της μεταρρύθμισης της κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού στη βάση του Προϋπολογισμού Προγραμμάτων. Ήδη, ο Προϋπολογισμός Προγραμμάτων και η εισαγωγή του στη χώρα μας έτυχαν πολύ θετικής αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρόσφατη αξιολόγηση των Εθνικών Προγραμμάτων Μεταρρυθμίσεων στα πλαίσια της Στρατηγικής της Λισσαβόνας (σχετ. COM (2009) 34, 28.01.2009, ιδίως σελ.35, σημείο 8).

Στην παρούσα συγκυρία, υπάρχει «παράθυρο ευκαιρίας» το σχέδιο συγκράτησης των δαπανών να προσλάβει διαρθρωτικό χαρακτήρα και να αποτυπωθεί σε νόμο (π.χ. συμπλήρωση και τροποποίηση του νόμου περί δημοσίου λογιστικού), ο οποίος θα εισάγει ένα συνεκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο (fiscal framework). Το πλαίσιο αυτό θα ενσωματώνει όχι μόνο την αλλαγή του τρόπου κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού (Προϋπολογισμός Προγραμμάτων), αλλά και θα ενισχύει την αντικυκλική διάσταση της δημοσιονομικής πολιτικής και τον έλεγχο των δαπανών άμεσα, τουλάχιστον στο μάκρο επίπεδο, με την ενίσχυση του «top-down budgeting». Το δημοσιονομικό πλαίσιο μπορεί να συνδυάζει κανόνες ελλείμματος και χρέους (στα πλαίσια του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως αυτό κάθε φορά ισχύει) και να καθιερώνει πολυετή ονομαστικά όρια δαπανών (multi-year nominal expenditure ceilings), με την εξαίρεση δαπανών που συνδέονται με τον οικονομικό κύκλο (π.χ. επιδόματα ανεργίας). Επιπλέον, τυχόν νέες φορολογικές δαπάνες (tax expenditures) θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα όρια δαπανών, ώστε να μην υπάρχει κίνητρο στα καθ’ ύλη αρμόδια υπουργεία (line ministries) να υποκαθιστούν τις «κανονικές» δαπάνες με φορολογικές δαπάνες. Ο ορίζοντας του δημοσιονομικού πλαισίου θα πρέπει να είναι πολυετής. Η καθιέρωση της τριετίας έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να ταυτίζεται το χρονικό διάστημα του δημοσιονομικού πλαισίου με το διάστημα του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων και του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η ανακοίνωση – άμεσα – της εισαγωγής αυτής της σημαντικής δημοσιονομικής μεταρρύθμισης, θα έχει πολλαπλά οφέλη:

  • Θα δώσει μήνυμα στους διεθνείς οργανισμούς (ΕΕ, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ), στους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και, τελικά, στις αγορές, ότι η Ελλάδα δεσμεύεται πραγματικά να μειώσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα και κυρίως το δημόσιο χρέος, που αποτελεί το βραχνά της οικονομίας μας. Το κόστος της υπέρβασης του στόχου του 3% του ΑΕΠ αναφορικά με το ύψος του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και η αναστροφή της πτωτικής τάσης του δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, αντανακλάται ήδη στα αυξημένα spreads των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών (χωρίς να υποτιμάται το γεγονός ότι τα γερμανικά ομόλογα κινούνται σε ιστορικά χαμηλά), άρα και στο αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του μεγάλου δημόσιου χρέους. Δεδομένης της μαζικής προσφυγής στις αγορές όλων των μεγάλων οικονομιών για χρηματοδότηση των αυξημένων ελλειμμάτων τους, ίσως αυτή η αύξηση των spreads να προσλάβει μονιμότερα χαρακτηριστικά.
  • Θα ενισχύσει τη βραχυπρόθεσμη ευελιξία της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς θα μπορέσει να δράσει άμεσα αντικυκλικά (δηλαδή «στοχευμένα» επεκτατικά), χωρίς να υποσκάπτει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.
  • Θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική δύναμη της χώρας σε όλα τα διεθνή fora, ιδίως στα πλαίσια των Eurogroup και Ecofin.

Οι απόψεις του παρόντος άρθρου είναι αυστηρά προσωπικές.

Read Full Post »

Ενδιαφέρουσα εκδήλώση

στον 2 όροφο της Νομικής Σχολής ΑΠΘ αύριο 13.5 ημέρα Πέμπτη στην αίθουσα 319 και ώρα 19.00

Ομιλητές θα είναι οι καθηγητές ΕΚΠΑ και ΑΠΘ κ. Νίκος Αλιβιζάτος και Πέτρος Στάγκος.

Η εκδήλωση θα συντονιστεί από την αναπλ. καθηγήτρια Χριστίνα Δεληγιάννη-Δημητράκου η οποία και τη διοργανώνει στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Μαθήματος Συγκριτικού Δικαίου του Τομέα Διεθνών Σπουδών ΑΠΘ.

Χ.Α.

Read Full Post »